Κεφάλαιο Ε’: Οι Συζητήσεις στο Ναό του Ώρου

Κεφάλαιο Ε’: Οι Συζητήσεις στο Ναό του Ώρου

Στην συνέχεια, ο Αρκαμάνικο περιγράφει την πορεία του προς τους Όμβους, την επίσκεψη στο ναό του Σομπέκ και του Χορούρ *48, την συνέχιση του ταξιδιού του προς την Μπεχεντέτ και τον εκεί υπέρτερο ναό του Ώρου. Εκεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία συνάντησε τον Μεγάλο Αρχιερέα, αφού έκανε το ιδιαίτερο σήμα το οποίο του είχαν συστήσει από την Τάλμη. Ώστε λοιπόν κάποιοι τον περίμεναν πραγματικά, και ο ίδιος δεν ήταν ένα τυχαίο αλλά ένα συγκεκριμένο άτομο, το οποίο έπρεπε να επιτελέσει κάτι το συγκεκριμένο, όπως άλλωστε ο ίδιος ένιωθε από τα παιδικά του χρόνια, σκέφθηκε.

 

Στην Μπεχεντέτ έμεινε αρκετό χρονικό διάστημα. Μίλησε πολύ, αφηγήθηκε πολλά, έμαθε περισσότερα. Για περίπου ένα μήνα εσπούδαζε αστρονομία. Ο ύπνος γινόταν κάτι το σπάνιο. Την ημέρα εμελετούσε στην βιβλιοθήκη του ναού και παρακολουθούσε επί δύο ώρες (αρχής γενόμενης κατά την μεσημβρία) τις διαλέξεις του Μεγάλου Ιερέα των Αστερισμών. Την νύχτα μαζί με τρεις άλλους φοιτητές κατέγραφε κινήσεις, λεπτομέρειες, και στοιχεία, υπολόγιζε αποστάσεις, έφτιαχνε χάρτες, εξασκείτο σε πρακτικές εφαρμογές. Αν υπολογίσουμε τις ώρες διαλογισμών, συλλογισμών, προσευχών, και βαθυτέρων ψυχικών λειτουργιών, καταλαβαίνουμε ότι δεν έμενε πολύ χρόνος για ανάπαυση στον Αρκαμάνικο.

 

Ωστόσο, οι ιερείς και οι σοφοί, οι οποίοι τον καθοδηγούσαν, δεν του είχαν επιτρέψει την πρόσβαση στα δυτικά σημεία του περιβάλλοντος τον ναό διαδρόμου, ο οποίος σχηματιζόταν ανάμεσα στο τοίχο του κυρίως ναού και τον εσωτερικό τοίχο του περιβόλου, δηλαδή τον μεγάλο εξωτερικό τοίχο, ο οποίος περιέκλειε ολόκληρο τον ναό. Λίγες μόνον ημέρες πριν φύγει, ο Αρκαμάνικο άρχισε να ρωτάει για την έκβαση της σύγκρουσης Ώρου – Σήθ *49, για τις λεπτομέρειες των διαδικασιών της και για τον χρόνο κατά τον οποίο αυτή θα επισυμβεί. Ξαφνικά, αυτό το θέμα είχε ελκύσει το ενδιαφέρον του.

 

Μίαν ημέραν, ο Μέγας Αρχιερέας του Ώρου τον οδήγησε στον δυτικό διάδρομο και του έδειξε μίαν σειράν από ανάγλυφα και κείμενα, τα οποία κυριολεκτικά συνέτριψαν, κατέθλιψαν και διέλυσαν ψυχικά και σωματικά τον Αρκαμάνικο. Αυτά τα κείμενα, αυτά τα ανάγλυφα, αυτά τα δεδομένα ήταν τα πλέον αναλυτικά εις όλον τον κόσμο, του είπαν, ως προς ό,τι αφορά τον Ώρο και τον Σηθ, καθώς και τις λεπτομέρειες της σύγκρουσης τους. Ο Ακραμάνικο αρκετά εξ αυτών εκύτταξεν απλώς, αρκετά εμελέτησε, και κατέμπροσθεν ορισμένων εκ των αναγλύφων αυτών επί μακρόν διελογίσθη ανασύροντας τους αρχικούς παλμούς των αυθεντικών συγγραφέων και τις απελευθερωτικές δονήσεις των οραμάτων τους. Έεπιτα, και δι’ ολίγας ημέρας, όλη η ψυχική του δύναμις είχεν ολοσχερώς χαθεί, ενώ ο ίδιος ήταν ωσεί φύλλον δένδρου παρασυρμένον υπό του ανέμου από σημείου εις σημείον, ανίκανος να επανεύρει ισχύν σκέψης, επιβολήν πειθαρχίας, βαρύτητα πίστεως, και δύναμιν αφοσιώσεως.

 

Συνελθών τη βοηθεία ενός επιμελώς επεξεργασμένου αρσενικού λιβανωτού, ο Αρκαμάνικο συνήντησε τον Μέγαν Αρχιερέαν την μεσημβρίαν μιάς πεπρωμένης ημέρας, και εκείνος τον ωδήγησε εις την αυλήν του ναού, όπου εκάθησαν και άρχισαν να συνομιλούν.

 

Ο Μέγας Αρχιερέας του εξήγησε ότι ο Ώρος, ως υιος της Ίσιδος, είναι ένας άνθρωπος, ο σημαντικώτερος όλων, διότι αυτός θα εξοβελίσει το κακό από την ανθρωπότητα και θα μεταφέρει όσους αξίζουν και δικαιούνται από τον σημερινόν εκπεσμένον κόσμον εις την υπαρκτήν, πλην όμως απολεσθείσαν, ιδεατήν κοινωνίαν. Κορυφαίοι Εκλεκτοί του Θεού είχαν ήδη ομιλήσει περί Αυτού, όπως άλλωστε και η Σοφία, η Γνώσις και η Ενόρασις κορυφαίων μονοθεϊστών ιερέων εις πολλάς και διαφόρους χώρας είχαν περιστραφεί περί τον μοναδικόν άνθρωπον αυτόν και περί τα καθοριστικά συμβάντα της ζωής του τα οποία θα επιφέρουν έν αμετάκλητον τέλος εις τον διεφθαρμένον κόσμον της πτώσεως, ούτως εισάγοντας την ανθρωπότητα εις μίαν ολοσχερώς νέαν, άκρως διαφορετικήν, εποχήν ευδαιμονίας χωρίς εκπαίδευσιν, χωρίς νόστον, χωρίς διατροφήν, χωρίς ενδύματα, χωρίς κτήρια και χωρίς αντικείμενα. Ιερά κείμενα προσδιώρισαν την μετά τον Κατακλυσμόν ιστορίαν της ανθρωπότητος ως απλώς αναμονήν του Ώρου. Τόσον ύπατον το γεγονός αυτό επέπρωτο να είναι. Έπειτα, ο Μέγας Αρχιερέας εξήγησε στον Αρκαμάνικο τα πλέον καθοριστικά στοιχεία αυτού του θέματος περιγράφοντας αναλυτικά την ψυχικήν υπόστασιν του Ώρου.

– Το υπέρτατο μυστικό είναι ότι ο Ώρος είναι ο Αρχαίος Αυτοκράτωρ. Αυτός έχει ήδη ζήσει στο παρελθόν ως εξαιρετικά ιδιαίτερος και πολύ σημαντικός άνθρωπος, και μάλιστα με πολύ καθοριστικό έργο. Και θα επανεμφανισθεί στο Πλήρωμα του Χρόνου, για να συγκρουσθεί με τον Σηθ κα να εξαφανίσει ολόκληρον το αρνητικόν πλέγμα από το υλικό Σύμπαν. Κατά την πρώτην εμφάνισιν και υλικήν ύπαρξίν του, έχει ήδη διεκπεραιώσει κατά το ήμισυ το ιδιαίτατα σημαντικό Έργον του. Όμως, εις μίαν εποχήν μεταγενεστέρων ημερών θα απαιτηθεί η ολοκλήρωσις του Έργου, και επί τούτω ο Αρχαίος Αυτοκράτωρ θα εμφανισθεί κατά την δευτέραν Έλευσίν του.

Το Κα του Ώρου είναι προτίμησις και ευχή της διαθέσεως του Μπα του Ατούμ.

Όντως, το Κα του Ώρου είναι αποκρυστάλλωσις του Μπα του Οσίριδος και του Μπα της Ίσιδος.

Όντως, το Κα του Ώρου είναι στοιχείον του Κα του Οσίριδος και του Κα της Ίσιδος.

Όντως, το Κα του Ώρου είναι ευλογία του Μπα του Γκεμπ και του Μπα της Νουτ.

Όντως, το Κα του Ώρου είναι συντεταγμένη του Κα του Γκεμπ και του Κα της Νουτ.

Όντως, το Κα του Ώρου είναι ανταύγεια του Μπα του Σου και του Μπα της Τεφνούτ.

Όντως, το Κα του Ώρου είναι νύξις του Κα του Σου και του Κα της Τεφνούτ.

Συνεπώς, το Κα του Ώρου είναι φύσει ισχυρότερο του Κα του Σηθ, ενώ είναι υποδεέστερο του Κα του Οσίριδος.

Όντως, το Κα του Ώρου είναι ισχυρότερο και ανώτερο του Κα της Νεφθύος και, αν και στοιχείον μόνον του Κα της Ίσιδος, είναι ευρύτερο, βαθύτερο, υψηλότερο και ισχυρότερο του Κα της Ίσιδος.

Ενώ η Ίσις δεν μπορεί να εγγυηθεί ούτε την επί του Σηθ νίκην, ούτε την επί της Νεφθύος νίκην, ούτε την επί τα βελτίω αλλαγήν της Νεφθύος, ο Ώρος θα συνεφέρει την Νεφθύν, θα την νικήσει μεταλλάσσοντας την, και εν τέλει θα νικήσει τον Σηθ. Η Ίσις θα τον βοηθήσει, αν ακόμη υφίσταται κατά τας ημέρας της τρομερής, τελικής συγκρούσεως. Αλλά και αν δεν υφίσταται η Ίσις ή αν έχει η ίδια παρεκτραπεί, το Μπα της Ίσιδος δεν θα έχει διαλυθεί, και το Κα της Ίσιδας θα είναι πηγή ισχύος για τον Ώρο, ανάμνησις της αρχικής Ίσιδος, και άτεγκτη τιμωρία της παρεκτραπείσης. Μπορούμε μόνον να εικάσουμε ότι το εν Ώρω αποκρυσταλλωμένο Μπα της Ίσιδος θα είναι Ίσις εν δυνάμει και απόρριψη αποστασίας.

Ο Ώρος είναι ένας άνθρωπος ο οποίος βηματίζει πάντοτε μόνος. Η μύησίς του είναι οι δοκιμασίες οι οποίες ετοιμάσθησαν δι’αυτόν και υφίστανται ως απόρροια των συγκρούσεων της Ίσιδος και της Νεφθύος. Η μύησίς του είναι οι αντιξοότητες ενός κόσμου όπου ο Όσιρις έχει καταμεχισθεί και ο Σηθ φαίνεται κυρίαρχος. Η μύησίς του είναι οι ίδιες οι διαστάσεις του Γκεμπ και της Νουτ. Η μύησίς του είναι τα ίδια τα ακατάληπτα για όλους τους άλλους πλαίσια τα οποία έθεσαν οι Σου και Τεφνούτ.

Μάχιμος άνθρωπος και σε αναρίθμητες μάχες προσηλωμένος, ο Ώρος θα έχει να συγκρουστεί διαδοχικά με πολλές καταστάσεις: με τα λάθη, τους φόβους, τις δειλίες, τις παραλήψεις, τις ατέλειες και την αποστασία της Ίσιδος, με τα εντελώς νεκρικά, αρνητικά πλαίσια των ανθρωπίνων κοινωνιών εκείνης της εποχής, κατά την οποία ο Όσιρις θα είναι κατατεμαχισμένος και ο Σηθ θα φαίνεται κυρίαρχος, και τέλος με αυτό τούτον το παράγωγον του Μπα του Σηθ, με την Νεφθύν, και με τον ίδιον τον Σηθ.

Ως παράγωγον του Μπα του Σηθ, ως συνέπεια της ύπαρξης και ταυτόχρονα ως τμήμα του Κα του Σηθ, ως αποκρυστάλλωση του Μπα της Νεφθύος, καθώς και ως συνέπεια της ύπαρξης και ταυτόχρονα ως τμήμα του Κα της Νεφθύος, ένας άνθρωπος έμπλεως διαστροφών θα στραφεί πρώτος εναντίον του Ώρου.

Αυτός ο άνθρωπος αποτελεί διά τον Ώρον ένα επιπλέον αντίπαλον εκτός της Νεφθύος και του Σηθ. Θα ήταν ολότελα ανίερο να αποκαλέσουμε αυτόν τον διεστραμμένον άνθρωπον ως αντι-Ώρο. Το μέγεθός του και η δύναμίς του δεν οφείλονται στο Κα του. Αυτός αποτελεί την συγκέντρωσιν όλης της αρνήσεως, τίποτ’άλλο. Κατ’ ουσίαν, δεν έχει ίδιον Κα. Ως προς αυτό, είναι μόνος, εξαίρεσις μόνη, ανάμεσα σε όλα τα όντα. Αυτό είναι το πλέον τραγικόν δι’ αυτόν. Διότι δεν θα αντιλαμβάνεται ότι ουσιωδώς δεν υπάρχει, αλλά ότι αποτελεί απλώς μίαν συσσώρευσιν αρνητικών ενεργειών άλλων. Θα είναι το πλέον ανίκανον να ελέγξει εαυτόν ον. Δεν θα είναι απλώς το ψεύδος. Θα είναι το ψεύδος του ψεύδους. Θα εμφανισθεί ως καλός και πανίσχυρος. Καθοδηγημένος από το Κα του Σηθ, θα είναι η απόλυτη άρνησις της Αληθείας. Θα επιχειρήσει να προλάβει τον Ώρο και να επιτελέσει, δηλαδή να μιμηθεί τα όσα είναι εκ των προτέρων γνωστά ως αναμενόμενα έργα του Ώρου. Όμως δεν θα δύναται να τα νοήσει ορθώς και συνεπώς δεν θα τα μιμηθεί επιτυχώς. Θα αποτελούν όλα αυτά παραφθοράν μιμήσεως. Ένα γενικευμένο επίπεδο ψευδών, παρανοήσεων και διαστροφών. Ωστόσο, θα πείσει πλείστους, εξαιτίας της γενικευμένης διαστροφής η οποία θα επικρατεί τότε σε νόες αποκομμένους από ψυχές και σε ψευδείς συνειδήσεις κατειλημμένων καρδιών. Θα πιστεύει ότι η έντασις και η εντύπωσις αποτελούν ισχύν και επιφέρουν αποτέλεσμα ή αποτελούν οιονεί δημιουργίαν. Αυτό είναι οικτρό σφάλμα, διότι ισχύς είναι μόνον η Θεία Θέλησις και Ευχή.

Ο διεστραμμένος ψεύτης θα παρουσιασθεί ως επίσης πρότερον ζήσας, και μάλιστα εις το παρελθόν ως αποθανών και ανεστημένος. Το χείριστον της ύβρεως, θα ορίσει τον εαυτόν του ως άνθρωπον και θεόν. Θα μιμηθεί ένα κορυφαίον, ιερόν και θεόσταλτον άνθρωπον, του οποίου η αληθινή ζωή και το αληθινό έργο θα έχουν ξεχασθεί και η αφήγησίς των θα έχει αλλοιωθεί και παρερμηνευθεί από την Νεφθύν κατά την απόπειρά της να προετοιμάσει το έδαφος για τον διεστραμμένο ψεύτη του τέλους. Αυτόν τον ιερόν άνθρωπον, παρερμηνευμένον και αλλοιωμένον, η Νεφθύς θα έχει επί μακρόν παρουσιάσει ως θεόν, εντός ενός οικτρού συστήματος ψευδούς πίστεως και αλγεινής ομολογίας.

Αυτός ο προκαταδικασμένος υπάνθρωπος και ψευδοθεός μέλλει να είναι η χειροτέρα προσβολή της μνήμης του κορυφαίου, ιερού και θεοστάλτου αυτού ανθρώπου. Διά τούτο, και αυτός ο ιερός άνθρωπος, όπως και ο Αρχαίος Αυτοκράτωρ θα μεταστεί εις μυστικήν παρουσίαν, δεν θα αποθάνει, και θα επανέλθει ώστε να μαρτυρήσει κατενώπιον όλων ποιος ήτο και να απορρίψει τους αλλοιωτές και παραχαράκτες της μνήμης του.

Έτσι, ο διεστραμμένος ψεύτης, ταυτισμένος όχι με την αληθινή έκφραση του Κα του ιερού αυτού και θεοστάλτου ανθρώπου αλλά με το υπό της Νεφθύος συντεθέν ψευδές είδωλον του Μπα του θεοστάλτου ανθρώπου, θα επιδιώξει να εκληφθεί ως θεός.

Και αυτό θα το επιτύχει τρόπον τινά και επί τι μικρόν χρονικόν διάστημα, επειδή η σατανική δράση της Νεφθύος επί μακρόν χρονικόν διάστημα θα έχει διαδώσει την ψευδήν πίστιν ανάμεσα σε πολλά έθνη και λαούς και έτσι θα έχει επιβάλει στην εντύπωση των ανθρώπων το αλγεινόν ψεύδος ότι το ανίερον είδωλον του ιερού και θεοστάλτου ανθρώπου είναι ο Ώρος, ως βέβηλος όψις ενός τριπλασίου θεού.

Στην απόπειρά του να απομιμηθεί την χρυσοφαή και μεγαλοπρεπή ουρανόθεν άφιξη του Ώρου στο Πλήρωμα του Χρόνου, ο διεστραμμένος ψεύτης θα παρουσιασθεί ενωρίτερα ψευδώς προβαλλόμενος ως εν πελώριον επουράνιον είδωλον και οιονεί αφικόμενος τη συνοδεία πολλών, υποτιθεμένων ανθρώπων οι οποίοι θα πιστεύεται ότι ζούσαν σε άστρα πέρα από το Στερέωμα. Αυτή η άποψη είναι βλασφημία, διότι οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν για να ζουν στην γη και ζουν στην γη. Μπορεί βεβαίως κάποιοι κορυφαίοι σοφοί να μπορούν να μετατοπίζονται στους πλανήτες, εκεί όμως δεν παραμένουν παρά μόνον για όσο χρειάζεται και έπειτα επιστρέφουν πίσω, χωρίς βεβαίως να οργανώνουν ποτέ κάποιου είδους κοινωνίες εκεί. Άλλες γενεές ζουν όντως στους υπέρ το Στερέωμα αστερισμούς, αλλά αυτοί δεν είναι άνθρωποι, δηλ. απόγονοι του Αδάμ.

Επί μακρόν πριν την τελική σύγκρουση, η Νεφθύς θα διαδίδει τα ψεύδη της και την σατανική βλασφημίαν ότι τάχα στους υπέρ το Στερέωμα αστερισμούς ζουν άνθρωποι. Αυτό είναι ένα επιπλέον ψεύδος. Δυστυχώς, στον διεστραμμένο ψεύτη θα πιστεύσουν πάρα πολλοί ως θεόν, διότι τότε η αληθινή πίστη προς τον Υπέρτατον Ατούμ θα έχει ως επί το πλείστον εκλείψει, και όλοι οι άνθρωποι δεν θα μπορούν να αντιληφθούν ότι οι ιδέες τους, οι αντιλήψεις τους, οι σκέψεις και οι δοξασίες τους δεν θα είναι αληθινά δικές τους προσωπικές, φυσιολογικές επιλογές αλλά αποτελέσματα μιας εκτεταμένης, μακρόχρονης και πολύ καλά προμελετημένης και εφαρμοσμένης πρακτικής μαύρης μαγείας της οποίας οι περισσότεροι άνθρωποι θα έχουν πέσει θύματα.

Δι’ ένα επιπλέον λόγον θα είναι εντελώς ανόητο να πιστεύουν τότε οι πλείστοι άνθρωποι ότι τάχα από τους υπέρ το Στερέωμα αστερισμούς ορισμένοι άνθρωποι επιστρέφουν στη γη και φαίνονται στο ψευδές επουράνιον είδωλον έτσι ολόγυρα από τον σιχαμερό ψεύτη: όσοι θα επιστρέψουν πίσω από τον Ώρο, τον Μόνο και τον Ένα, δεν θα μεταφερθούν στην πυραμιδότειχη πολιτεία από τους υπέρ το Στερέωμα αστερισμούς, αλλά από κοίλους χώρους ευρισκόμενους βαθειά μέσα στη Γη. Θα έχουν εκεί καταφύγει και σωθεί κατά την διάρκεια ενός τρομερού πολέμου μεταξύ χωρών πιστών και αφοσιωμένων εις τον Ώρον και χωρών ελεγχομένων από τον Σηθ, την Νέφθυν και τον διεστραμμένο ψεύτη. Ο πόλεμος αυτός θα διεξαχθεί με όπλα ικανά να προξενήσουν μία τρομερή έκλυση αρνητικών ενεργειών, των οποίων το αποτέλεσμα θα είναι η καταστροφή όλων των συνήθωνέως τότε συνθηκών ζωής πάνω στη γη.

Επιπλέον, όσοι έχουν την γνώση του παρελθόντος, την θέαση του μέλλοντος και την όψη όλων των δρωμένων γνωρίζουν πολύ καλά ότι η αληθινή επιστροφή πίσω από τον Υπέρτατο Ώρο θα έχει την μορφή ενός μακρυτάτου, ολοφώτεινου, χρυσοφαούς και αΰλου κομήτη. Και αυτό ούτε η Νεφθύς είναι εις θέσιν να δει ούτε και ο σιχαμερός ψεύτης εις θέσιν να αναπαραγάγει, αν και ο Σηθ έχει σαφή θέαση και γνωρίζει την αληθή όψη αυτού του, θλιβερού δ’ εκείνον πλην όμως αναπότρεπτου και μεγαλειώδους, γεγονότος.

Η διεξαγωγή αυτού του τελικού πολέμου θα είναι πολύ σύντομη, διαρκείας ελαχίστων ωρών. Με την έκλυση των αρνητικών ενεργειών εξαιτίας των χρησιμοποιηθησομένων όπλων, σε ελάχιστες ώρες *50, πυκνά μαύρα νέφη συμφοράς και θανάτου ξαφνικά θα σβύσουν το φως του ήλιου, της σελήνης και των άστρων, και έτσι θα νυκτώσει για πάντα εφ’ όλης της επιφανείας της γης. Αυτή η νύκτα θανάτου θα διαρκέσει επί σχεδόν τρία-τρισήμισυ έτη, μέχρις ότου το φως αρχίσει εκ νέου να διαχέεται σιγά-σιγά, μέσα από τα διαλυόμενα μαύρα νέφη, πάνω στην νεκρική πλέον επιφάνεια της γης.

Σχεδόν τρεις μήνες μετά την έναρξη της μεγάλης νύκτας, θα ενσκήψει ένας τρομερός και πρωτοφανής χειμών απ’ άκρου εις άκρον της επιφανείας της γης. Αυτός ο αφανιστικός χειμών θα παγώσει τα πάντα και θα διαρκέσει επί σχεδόν τρισήμισυ χρόνια.

Αμέσως μετά, οι ελάχιστοι επιζώντες θα επαπειληθούν από ένα άλλο, υπερθερμαντικό, και συνεπώς εχθρικό και νεκρικό ήλιο, ο οποίος θα φανεί μετά την διάλυση του φοβερού σκότους. Οι περισσότεροι άνθρωποι θα έχουν ήδη εξολοθρευθούν είτε κατά τον ολιγόωρο αυτό πόλεμο είτε μετά την λήξη του, οπότε και θα εκλυθούν φοβερές αρνητικές ενέργειες. Έπετα, οι ασύλληπτα φονικές παρενέργειες του σκότους, του χειμώνα, και της υπερθέρμανσης θα αποδεκατίσουν και τους ελάχιστους εναπομένοντες. Τότε ολόκληρη η γη θα έχει μικρότερο πληθυσμό από την Αίγυπτο των χρόνων του Τζόζερ *51. Ελάχιστοι θα επιβιώσουν μέσω δοκιμασιών και μεταλλαγών για να απολαύσουν τη τελική Νίκη του Ώρου και τη νέα ζωή παραδεισένιων προδιαγραφών την οποία αυτός θα επιφέρει μετά την εξολόθρευση του κάθε αρνητικού στοιχείου.

Γνωρίζουμε την περίοδο που θα συμβούν όλα αυτά. Υπάρχει ένας ιδιαίτερος κωδικός αριθμός γνωστός ήδη από πολύ παλιά: ο αριθμός χξς’. Δείχνει την χρονική διάρκεια ανάμεσα στα δύο τμήματα του έργου του Ώρου: αυτό το οποίο έχει επιτελεσθεί από τον Αρχαίο Αυτοκράτορα και αυτό το οποίο θα διεκπεραιωθεί από το Νέον Ηγεμόνα, ο οποίος θα επανεμφανισθεί για να ολοκληρώσει το Έργο του. Ο αριθμός αυτός δεν είναι ένας απλός και κανονικός αριθμός ετών. Είναι ένας κωδικός. Και είναι συνάρτηση μιας γνώσης καταληπτής από χιλιετίες στους Βαβυλώνιους. Εκεί την έμαθε και ο Εβραίος προφήτης Δανιήλ. Η γνώση έχει εφαρμογή στον αριθμό – κώδικα, ο οποίος την αντανακλούσε πάντοτε. Η γνώση είναι η ακόλουθη πρόταση: “ημέραν, ημέρας και ήμισυ ημέρας”. Όταν ο Δανιήλ γράφει “καιρόν, καιρούς και ήμισυ καιρού”, απλώς επαναλαμβάνει μία βαβυλωνιακή γνώση ήδη καταγραμμένη στις Ιερές Γραφές των Βαβυλωνίων χιλιετίες πριν ο Δανιήλ επισκεφθεί την λαμπρή και μεγάλη πολιτεία του Ευφράτη. Όμως πόσες ημέρες; Ή πόσοι καιροί; Δύο καιροί; Τρεις καιροί; Έξι καιροί; Άγνωστο αφ’εαυτού βεβαίως. Και επίσης, πόσα χρόνια είναι μία ημέρα, ή ένας καιρός, δηλ. μία περίοδος χρόνου; Άγνωστο αφ’εαυτού βεβαίως. Όμως ο αριθμός της ατελούς τελειότητας και της τέλειας ατέλειας των μετακατακλυσμιαίων χρόνων, ο αριθμός 666, σε συνδυασμό με αυτή την πρόταση – κλειδί των Βαβυλωνίων μας εξηγεί τα πάντα.

Εφόσον ο αριθμός 666 αποτελεί σύνθεση του τέλειου αριθμού 6 με τον αριθμό 60 και με τον αριθμό 600, δίνει την αίσθηση τριπλού επιπέδου : το απλό, το επί 10 πολλαπλάσιο, και το επί 100 πολλαπλάσιο. Κρύβει λοιπόν την αίσθηση τριών επιπέδων. Αυτό, αν μεταφερθεί ως απάντηση στην πρόταση “ημέραν, ημέρας και ήμισυ ημέρας”, μετατρέπει την συγκεκριμένη πρόταση ως εξής : “ημέραν, τρείς ημέρας και ήμισυ ημέρας”.

Μένει λοιπόν να δούμε πόσα χρόνια είναι μία ημέρα. Θα ανατρέξουμε και πάλι στην μόνη δεδομένη μονάδα: το 6. Αυτή όμως αναπαράγεται σε επίπεδο δεκάδων και εκατοντάδων: 60 και 600. Γνωρίζουμε ότι δεν πρόκειται για το επίπεδο των μονάδων ή των δεκάδων: σε μία τέτοια περίπτωση θα είχαμε να κάνουμε με μία πολύ σύντομη περίοδο ετών. Το προκαθορισμένο χρονικό διάστημα στον συγκεκριμένο κώδικα αποσαφηνίζεται, όταν αντιληφθούμε ότι βασίζεται σε περιόδους εκατοντάδων ετών. Συνεπώς η ημέρα είναι 600 χρόνια. Οπότε, έχουμε 600 + 1800 + 300 = 2700 χρόνια. Και ποια είναι αυτά τα 2700 χρόνια;

Προφανώς η περίοδος από τη στιγμή της ανόδου εις τον θρόνο του Αρχαίου Αυτοκράτορος και έως της στιγμής της ολοκληρώσεως του έργου του Νέου Ηγεμόνα, όταν θα εξολοθρευθεί ο διεστραμμένος ψεύτης, μετά τον θάνατον της Ίσιδος *52, μετά την καταστροφήν της Νεφθύος, μετά την ανάνηψιν τμήματος των απογόνων του εκλεκτού λαού του Αρχαίου Αυτοκράτορος εν είδει Νέας Ίσιδος, και μετά την τελικήν αιχμαλωσίαν του Σηθ εις την έρημον της ανυπαρξίας.

 

Το μόνο το οποίο κατάφερε να ρωτήσει ο Αρκαμάνικο ήταν ποιος ήταν ο Αρχαίος Αυτοκράτωρ. Όμως αυτόν τον Υπέλαμπρον Βασιλέα εγνώριζε ο Αρκαμάνικο ήδηπολύ καλά, εφόσον ο ίδιος τον είχεν ήδη συναντήσει εις το όραμά του εν Συήνη.

– Την ταυτότητά του θα σου αποκαλύψουν στην Τέντωρε, ήταν τα τελευταία λόγια του Μεγάλου Αρχιερέα του Ώρου στην Μπεχεντέτ.

 

Advertisements

Κεφάλαιο Δ΄: Το Όραμα της Συήνης

Κεφάλαιο Δ΄: Το Όραμα της Συήνης

Στην συνέχεια του κειμένου του, ο Αρκαμάνικο περιγράφει ένα όραμα το οποίον είδε σε κάποιο σημείο της ανατολικής όχθης του Νείλου απέναντι από το βόρειο άκρο της Ελεφαντίνης *43. Το όραμα αφορά έναν άνθρωπο ο οποίος προλογίζει το Πλήρωμα του Χρόνου και την παρουσία του μαζί με κάποιους άλλους στη Συήνη σε μία μακρινή για τον Αρκαμάνικο εποχή μεταγενέστερων ημερών.

Και εστάθην εις την άκρην του Νείλου, κοιτώντας τον ερυθρόν ήλιον υπεράνω του τάφου του Σάμπνι εις την Δυτικήν Όχθην. Και καθώς εβυθίσθην εις το υπερέρυθρον πλαίσιο, μία σειρά τραγικών εικόνων ήλθε κατά νουν και κατέμπροσθεν των ομματίων μου. Ένας τραγικός άνθρωπος σε μία απομεμακρυσμένη εποχή χάους, ένα μεγάλο πάθος, και μία λύπη γονέων. Δύσκολος τοκετός και καταστροφή όρασης. Μείζων κακοτυχία, αλλεπάλληλα εγκλήματα, και πολλαπλά κρίματα εις τα οποία αυτός δεν αντιδρά. Παθητική αποδοχή και αναζήτησις διακρίσεων εν είδει αντιβάρου. Επιλεγμένος ο οποίος αισθάνεται ως απορριμένος. Πληγωμένος και φαίνεται ως άθικτος. Φοβερά παρεξήγησις επιμονής και πείσματος. Καταβύθιση εις ανειπώτους αμαρτίας. Κρύβει από όλους την οδύνην του και την υποτίμησιν του Κα του. Ορφανός από μητέρα, άνθρωπος κυνηγημένος και κυνηγών. Βάρος του πατρός του. Οικτρά παρανόησις επιθυμιών, αποφάσεων, και στόχων. Τρομερά σύγκρουσις με τον κόσμον του. Ο μη προδίδων, προδότης; Προχωρεί εις οδόν αλήθειας και φωτός. Μία τραγική πορεία απόκτησης γνώσης. Φάρος της αυτοδιόρθωσης και της λιποψυχίας. Φως θάρρους, εγκαρτέρησης και μάχης. Άδικη στέρηση ή δικαία υστέρηση; Το μοναδικό πατρικό στήριγμα αφαιρείται.

Μία τραγική συγκυρία. Ένα υπερτάχιστο μακρύ όχημα πολλών ανθρώπων. Ένα μακρινό ταξείδι με ενδιάμεσους σταθμούς. Κατάληξη εις το ίδιο το σημείο εκκίνησης ως απόστασις από την Ανατολήν. Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος φαινόμενος πάσχων και επανακάμπτων. Αδύνατος. Με την ελπίδα και με την εμπιστοσύνη εις ένα τραγικόν άτομο, το οποίο απέπνεε την ασφάλεια την οποίαν δεν διέθετε. Μία απελπισμένη γυναίκα αποκομμένη από οδούς οι οποίες της άξιζαν. Δύσκολη παιδευτική ζωή. Τιμωρία για λάθη κρισίμων περιστάσεων. Μεγάλη διάθεση προσφοράς. Εύκολη αίσθηση αληθειών και εύκολη αυταπάτη. Μία ασθένεια ως αποκάθαρση, ως αποτέλεσμα ζωής πλήρους ανησυχιών. Φαινομενική βελτίωση διαθέσεως έως τον επερχόμενον θάνατον. Λύτρωση, η αποδέσμευση στην Συήνη. Χτυπημένος, πεσμένος, και εξουθενωμένος ο ηλικιωμένος άνθρωπος πορευόταν ακατάσχετα προς τον παλαιόθεν γνωστό του τόπο και τον παραδεισένιο του Νότο. Ακατάσχετη, ηρωϊκή, πορεία προς το Σημείο Αναχώρησης. Οι γρανίτες της Συήνης. Η πίκρα για την αυστηρότητα του υιού του και η τελική αγάπη.

Η άφεση αμαρτιών στην ομιλία με τους Δικαστές.

Η τραγική πλάνη του υιού. Οι ευχάριστες τελευταίες μέρες. Χαρά επί τη αφίξει του καλού φίλου από τα βόρρεια. Ένα προσκύνημα στις Φίλες. Μετακινήσεις προς νήσον νοτίως της Ελεφαντίνης. Τελευταία γράμματα σε γνωστούς και φίλους. Η διάσχιση της ερήμου. Πέραν της Ιεράς Συκαμίνου. Η άφιξη εις τον χώρον των σπεών και των υπερμέτρων αγαλμάτων: νοτιώτατη άφιξη για δεύτερη φορά. Η ανάπαυση εις τους κήπους των ευλογημένων βράχων. Απέναντι από το άκρο της Ελεφαντίνης. Εφησυχασμός για το μεθύστερον και γενικός θετικός απολογισμός. Απώλεια και επανάκτηση αισθήσεων πριν την δύση. Ευχαριστήρια στη παιδική του γλώσσα κατανοητά. Αναφορικά με τας χείρας προσφοράς ζωής. Ευχές για τους τριγύρω. Ολοκλήρωση του προγράμματος στην μέση της πεπρωμένης νύχτας. Με τους προστάτες αγγέλους, με τις αόρατες ιεραρχίες. Υπόστρώμα ο γρανίτης της υπέροχης Συήνης. Μία στιγμή προ της ανατολής, η άνωση.

Ο κοιμώμενος, η δεόμενη και ο αποχωρών.

Ολοκλήρωση, έλλειψη φόβου, έλλειψη πόνου, άνοδος. Οι τραγικές περιστάσεις της μεταφοράς ενός νεκρού προς ενταφιασμό εις τον μακρινό βορρά. Εμπειρία παλαιόθεν γνωστή και καταγεγραμμένη εν Συήνη. Θάρρος, ψυχραιμία, σφίξιμο ψυχής, και κρύο μέσα στη ζέστη. Μεγάλη στιγμή. Ένα παιδί γίνεται άνδρας. Ένας μήνας και πέντε μέρες πριν την εαρινή ισημερία. Μέρα γεμάτη θλίψη στην Συήνη του ορφανού. Ο σκληρός, η καρτερική, ο αδύναμος. Και η εμφάνιση του παλιού υπασπιστή.

Τραγικές ημέρες και βαρείς μήνες. Συνέχεια παραπτωμάτων και διπλή τιμωρία. Βαρυτάτη ασθένεια. Τρομερή απώλεια. Ποιος δεν λυπάται τον έρημο άνθρωπο ο οποίος βαδίζει μόνος σε μια επικατάρατη πόλη; Ποιος τον βλέπει να περπατάει δυστυχής κάθε βράδυ; Και ποιος τον παρακολουθεί μόνο μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο γεμάτο από εχθρικούς παρόντες;

Το σκοτεινό κρύο, τα παγερά βρώμικα δωμάτια, η οικονομική καταστροφή, και οι συνεπαγόμενες απώλειες. Προδομένος από αυτούς για τους οποίους είχε καταβάλει τόσες προσπάθειες και επί τόσον μακρόν, να πείσει τον εαυτό του, να πιστεύσει. Ανευρίσκει την απρόσμενη βοήθεια μόνον στους λόγους της καρτερικής γυναίκας. Αυτοί έφθαναν μακρόθεν, ήταν όμως ένας μοχλός ανάσχεσης. Οι τελευταίες τρομερές ημέρες αμέσως μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Απόγειο της απελπισίας. Οι παλαιοί φίλοι, η παλαιά χώρα, οι πολλές μετακινήσεις, η ανάρρωσις, και η επανέλευσις εις τον Νότον.

Η Συήνη ήταν πάντα εκεί.

Ακόμη και τότε.

Έτσι τα δάκρυα δροσίζουν τον πόνο και η δυστυχία γίνεται ευτυχία. Η παλαιά συνεργασία του Ασσυρίου με τον Αιγύπτιο. Ο διάπλους της Ερυθράς Θαλάσσης και η απομόνωση πέρα από την ανατολική νεκρόπολη και τις τελευταίες πυραμίδες της Μερόης. Ο τρόμος του ανέμου της ερήμου. Η γλυκύτητα της Πτολεμαϊδας Θηρών. Τα φαντάσματα της Μέμφιδας μετά την συνεργασία εν Συήνη. Η εν Θήβαις της Αιγύπτου μελέτη, και η υποθετική βάση μιας εμφανούς μελλοντικής συνεργασίας, η οποία αντιθέτως προς την παλαιάν δεν θα επισυμβεί. Η μεγάλη αλλαγή. Η στάση κατενώπιον ενός ανεπαναλήπτου καθρέπτου. Η Μετάνοια. Σε ένα μαύρο ναό – επίκεντρο των αρνητικών της ερήμου προσβλέπει τον εαυτό του. Επιτέλους αντιλαμβάνεται το νόημα της μυστικής παρουσίας και συναντάει τον εαυτό του. Ακολουθεί η ιδιόρρυθμη μύηση. Σε ένα χώρο του οποίου το όνομα αγνοώ.

(Αλ Ουκσούρ – Λούξορ, 7-6-1997 – 10:00)

Στην συνέχεια ο Αρκαμάνικο δίνει μία αναλυτική τόσον όσον και δυσνόητη περιγραφή πράξεων και ενεργειών αυτού του ατόμου σε διάφορους τόπους ανά την γην, και προσφέρει μία αναφορά τρομερών συγκρούσεων και βιαίων αντιπαραθέσεων, καταλήγοντας σε μία καταγραφή μετακινήσεων, υποκινήσεων και παρακινήσεων, και όλα αυτά σε μία παραφορά ασυλλήπτου πάθους και ανεκδιήγητης ορμής. Ανάμεσα σ’αυτές, προσφέρει εικόνες συγκεκριμένων μελλοντικών σκηνών.

Μία στιγμή αποκάλυψης εαυτού. Ένα στενόμακρο τραπέζι και επικεφαλής ο άνθρωπος. Μία απότομη έγερση. Κίνηση αμφοτέρων χειρών κάθετη. Κίνηση αμφοτέρων χειρών οριζόντια προς αντίθετες κατευθύνσεις. Δεξιά γροθιά στο στομάχι. Έντονη προέκταση αριστερού χεριού με προτεταμένο δείκτη. Στο νεύμα του οι άλλοι εγείρονται. Σφίγγουν τα χέρια τους και δένονται όλοι. Ένα αγνώριστο πάθος. Κίνηση κυκλοτερής με εκκινούντα τον επικεφαλής άνθρωπο. Υγροί οφθαλμοί υδρατμών. Λευκόχροο θολό φως γύρω περί την κεφαλήν. Συμπληρώνεται ο κύκλος περί το τραπέζι. Μία αλυσίδα ανθρώπων. Όταν η μεταμόρφωση της αλυσίδας σε κύκλο ορθίων ολοκληρώνεται, ο επικεφαλής βρίσκεται μόνος στο κέντρο. Βαρύς ήχος και εκτυφλωτική χρυσοφαής λάμψη. Ο πανάρχαιος Αυτοκράτορας του Σύμπαντος ζει εκ νέου. Ολόχρυσος σε ιερατική συστροφή. Όπως και παλαιά. Το δεξί χέρι λυγισμένο στον υπερυψωμένο και κατέμπροσθεν προτεταμένο αγκώνα, και στον έτι υπερυψωμένο αλλά προς τα όπισθεν καρπό, και η παλάμη με τεντωμένους τους δακτύλους και τον αντίχειρα στρέφεται προς τα εμπρός. Το αριστερό χέρι σφιγμένο, προτεταμένο προς τα έμπροσθεν και ελάχιστα ανασηκωμένο. Ο αντίχειρ και ο δείκτης εις πίεσιν αληθείας. Καθοδήγηση της προς τα εμπρός κίνησης.

Στην συνέχεια, ο Αρκαμάνικο τονίζει ότι ο Υπέρχρυσος Αυτοκράτωρ είχε προΐδει δι’ Εαυτόν μίαν ζωή απομεμακρυσμένων ημερών και ότι ο βίαιος, πληγωμένος, νέος άνθρωπος είχε προσβλεφθεί εις τον παλαιόν ένδοξον εαυτόν του και ενθυμηθεί το μεγάλο παρελθόν. Επί τούτω είχε μάλιστα ο νέος άνθρωπος συντάξει ορισμένα κείμενα περιγραφικά της συναντήσεως των δύο ανθρώπων και καθοριστικά της τελικής εκβάσεως. Αυτά αποτελούνταν από προτάσεις διάσπαρτες εντός κειμένων διαφορετικού περιεχομένου. Ύστερα, ο Αρκαμάνικο προσφέρει άλλες ιδιότυπες σκηνές.

Μία πνιγηρή, αποπνικτική και βεβαρυμένη κατάσταση αρνητισμού. Ημέρες του Τέλους. Μία δυτική γη απευχών, αρών και απροσμετρήτων αποστροφών. Υπερμεγέθης πόλη ψυχικής δυσοσμίας απείρως χειρότερης της υλικής. Τρομοκρατικά, πανύψηλα κτήρια εκατοντάδων μέτρων. Σπεύδουν ανήσυχοι οι ψευδείς άνθρωποι – νεκροταφεία ψυχών και θύματα του εγωϊσμού και της σατανικής παραφοράς. Βυθός παράνοιας νοητός ως φυσιολογική κατάσταση. Αντιπρόσωποι όλων των χωρών της γης συκγεντρωμένοι σε ένα πανύψηλο κτήριο κακοδαιμονίας και επιορκίας. Ο πληγωμένος και θεραπευμένος δεν διστάζει να εισέλθει και να μιλήσει με θάρρος, τόλμη και δύναμη. Κλονίζει την πίστη πολλών ανάμεσα στους αντιπάλους του. Απρόσμενη τροπή. Μία γυναίκα εμφανίζεται ως σύμμαχός του εδώ.

Ένα πανάρχαιο άτομο υπομονής, θάρρους, και γνώσης. Εχθρική πλεκτάνη επιμελώς εξυφασμένη. Ένοπλος εκτελεστής διαταγών θέτει τον απεγνωσμένο μαχητή προ διλήμματος ταπείνωσης. Είτε να φύγει, είτε να σκοτώσουν την γυναίκα. Όρθιοι και οι τρεις εις διάστασιν τριγώνου. Τρίγωνο ίσων πλευρών. Ακαριαία, ανεπανάληπτη, αερική μετακίνηση του απεγνωσμένου μαχητή. Παρεμβολή μεταξύ της γυναίκας και του εκτελεστή διαταγών. Και οι τρεις σε ευθεία γραμμή. Αιφνιδιασμένος ο εκτελεστής διαταγών τελεί υπό απόλυτον σατανικόν έλεγχον και καθοδήγησιν. Χρησιμοποιεί ένα όπλο εκπομπής φονικών φλογών. Η φονική φλόγα διαπερνάει τον αέρα, ο οποίος απεικονίζει το σώμα του απεγνωσμένου μαχητή. Το πλήθος των αντιπροσώπων πρακολουθεί έντρομο και χωρίς αναπνοή, καθώς όλοι τελούν υπό την απειλή άλλου ένοπλου εκτελεστή διαταγών και συνεργάτη του πρώτου, ο οποίος έντρομος απειλεί τους πάντες. Ανίκανοι να παρέμβουν, οι λοιποί παρακολουθούν. Ο πρώτος εκτελεστής διαταγών εκπέμπει αλλεπάλληλες φλόγες αποπειρώμενος να εξοντώσει τον απεγνωσμένο μαχητή, αφού απέτυχε την πρώτη φορά. Οι φονικές φλόγες δεν πληγώνουν καθόλου εκείνον τον οποίο ώφειλαν να σκοτώσουν. Διαπερούν την αέρινη εικόνα του. Άμεσα και πάραυτα. Φθάνουν προ της γυναίκας την οποίαν ο απεγνωσμένος μαχητής υπερασπίζεται και η οποία ίσταται όπισθέν του. Εις ελαχίστην απόστασιν προ του σώματός της προσκρούουν στην αόρατη μαγνητική προστασία. Οι αλλεπάλληλες φλόγες παγώνουν και καταπίπτουν επί της γης. Ένα ενεργό Θεϊκό δίκτυο. Η στιγμή της τιμωρίας. Ο απεγνωσμένος μαχητής κυττάζει τον εκτελεστή διαταγών. Οφθαλμοί, κρουνοί θανάτου. Ο ευτελής εκτελεστής διαταγών καταπίπτει ακαριαία σκοτωμένος ωσεί πληγείς υπό κεραυνού. Ταυτόχρονα αποθνήσκει και ο άλλος ένοπλος εκτελεστής διαταγών.

Στην συνέχεια ο Αρκαμάνικο περιγράφει την νίκη του απεγνωσμένου μαχητή, τον θρίαμβο της αποδοχής του, και την απομόνωση των συνωμοτών. Αυτοί έλεγχαν την εξουσία κυρίως δύο χωρών, μιας μικρής και κατοικούμενης μόνον από άνδρες και μιας μεγάλης, όπου ευρίσκετο και το επικατάρατο κτήριο όπου έλαβε χώραν η σύνοδος των αντιπροσώπων όλων των χωρών. *44 Στη συνέχεια, ο Αρκαμάνικο προσφέρει άλλες ιδιαίτερες σκηνές. Η πρώτη από τις υπόλοιπες αφηγημένες φάσεις φαίνεται να σχετίζεται με την αμέσως προηγηθείσα.

 

Έξοδος από την μεγάλη αίθουσα των αποφάσεων. Ένας απρόσμενος θρίαμβος και γενική αποδοχή. Συναισθήματα έλξης προς τον μαχητή – νικητή. Αποχαιρετισμοί. Συνωστισμός ανθρώπων, αντιπροσώπων των χωρών, φρουρών και άλλων. Στροφή προς αναχώρηση. Αναγκαστική διέλευση από στενό διάδρομο ανάμεσα σε πλήθος ανθρώπων. Μεγάλος αναβρασμός ψυχών. Επτάδετη πλεκτάνη των βυσσοδομούντων σατανιστών. Ισχύς της ταχύτητος και της ορμής. Εκτροχιαστικά παρασυρμένος δεν πέφτει. Τότε αντιλαμβάνεται και όλην του την τραγικότητα. Βλέπει ότι η στιγμή του θανάτου έφθασε και ότι ο ίδιος δεν μπορεί να υπερασπισθεί τον εαυτό του. Σε μία μόνο στιγμή τα μάτια του βλέπουν όλην του την ζωήν από τα παλαιά έως τα πρόσφατα. Εικόνα παγωμένου προσώπου και εκτυφλωτικών οφθαλμών εκπεμπόντων κρουνούς γαλανόχροου και αργυρόχροου αιθέρα ο οποίος οδηγεί σε παράνοια τον νου και σε ανυπαρξία την ψυχή των στοχευμένων εχθρών. Θυελλώδης νέα εκκίνηση μετά τον εκτροχιασμό βήματος. Όπλο εκπομπής φονικών φλογών. Εις την χείρα αποκρυφθέντος δολοφόνου. Εκτινάσσεται ξαφνικά κατά του αναχωρούντος μαχητή από τα αριστερά. Σκηνή την οποία πλείστοι παρακολουθούν και από κοντά και από μακριά. Απόσταση ελάχιστη. Το όπλο εκπέμπει φονική φλόγα. Ο θάνατος βέβαιος. Κανείς ικανός να αντιδράσει. Ασύλληπτη έκρηξη σχεδόν στην επαφή δέρματος. Ένα πρότερον αποκρυφθέν θεϊκό δίκτυο προστασίας συνεχώς ενεργό.

Η προκληθείσα φλόγα πάραυτα μεταστρέφεται και επιστρέφει κατά του επιχειρούντος. Πέφτει κατά γης κεραυνόπληκτος. Εικόνες έσχατου τρόμου και σύγχυσης ταραγμένων ανθρώπων παραφρόνως κινουμένων και αλληλοσυγκρουομένων. Ο αποχωρών νικητής απομακρύνεται. Μία ψυχή σε αγωνία, ψυχραιμία, θλίψη και χαρά. Μεγάλα βήματα επειγομένου ανθρώπου. Η φονική απόπειρα επαναλαμβάνεται δύο φορές ακόμη σε μικρή απόσταση από το πρότερον σημείον. Αντίστοιχα αποτελέσματα. Ο αποχωρών νικητής σχεδόν πλέον τρέχει, διασχίζει μόνος και βιαστικός τους διαδρόμους του επικαταράτου κτηρίου. Αμέσως προ της εξόδου τον αναμένουν πολλοί εκτελεστές της επτάδετης συνωμοσίας. Τα όπλα τους εμέσσουν φλόγες, οι οποίες σβύννονται σε ένα αόρατο δίκτυο προστασίας ελάχιστα προηγούμενο του αποχωρούντος. Η εκπληκτική διέλευση από την έξοδο. Μία τρομερή φλογερή έκρηξη οφειλόμενη σε μακρόθεν ενεργοποιημένο υλικό. Μέσα σε φλόγες καταρρέουν τοίχοι στα δεξιά και στα αριστερά της πύλης του κτηρίου. Και αναπτύσσονται άλλοι κάθετοι, ελλειπτικοί, και αόρατοι τοίχοι πραστασίας προς διέλευση. Από μέσα τους διέρχεται, άθικτος στο επίκεντρο των φλογών ο αποχωρών νικητής, κυρίαρχος του εαυτού του. Ένα είδος βήματος σε μεγάλο ύψος.

Προ του κτηρίου άλλοι πολλοί εκτελεστές της συνωμοσίας. Αντίστοιχα όπλα, αντίστοιχες σκηνές, αντίστοιχα αποτελέσματα. Οι εκτελεστές πέφτουν όλοι κάτω κεραυνόπληκτοι. Ιδιαίτερο όχημα αναμένει τον αποχωρούντα, συνεχώς επαπειλούμενο αλλά άθικτο νικητή. Ο οδηγός του οχήματος ενέχεται στην επτάδετη συνωμοσία. Καταδιωγμένος ο νικητής αποπειράται να εισέλθει. Το όπλο εκπομπής φονικών φλογών και η αντίδραση του καταδιωγμένου. Προτείνει την αριστερή παλάμη. Όλες οι φλόγες καταπίπτουν κάτω και παγώνουν. Έντρομος ο ένοχος οδηγός του οχήματος απάγεται από τον καταδιωγμένο, σύρεται ακαριαίως εκτός του οχήματος, και εκτινάσσεται κεραυνόπληκτος στον αέρα, για να πέσει νεκρός σε πολύ μεγάλη απόσταση. Πλήθος ανθρώπων παρακολουθούν από σχετικώς κοντά και από πολύ μακριά.

Ο καταδιωγμένος λαμβάνει την θέση του οδηγού του οχήματος και αυτό εξακοντίζεται κατέμπροσθεν με ασύλληπτη ταχύτητα. Διέρχεται διά των οδών της τρισκατάρατης πόλης. Μικρά μεταλλικά πλαίσια πρόσληψης και αναμετάδοσης του αρνητικού ειδώλου των δρωμένων ούτως ώστε πλείστοι άνθρωποι να βλέπουν τα δρώμενα από πολύ μακριά. Το όχημα προσκρούει επανειλημμένα σε άλλα. Την στιγμή της ανατολής του ηλίου στον δυτικό χώρο και στην καταραμένη αυτή πόλη του Σατανά, το όχημα από την υπερβολική ταχύτητα αναπηδάει σε ύψωμα μιας κατωφερούς οδού και εκτινάσσεται στον αέρα, για να πέσει με δύναμη κατά γης και να εκραγεί. Τρομερή πυρκαϊά. Καθ’ όλην την μακράν διαδρομήν, όσοι μακρόθεν παρηκολούθουν, συνεχώς έβλεπαν την κεφαλήν του καταδιωγμένου ανθρώπου να προβάλλει από το άνοιγμα της αριστερής πλευράς του οχήματος. Και έως της στιγμής της εκτίναξης στην κατωφέρεια της οδού εκείνης. Το δε όχημα εσύρετο από την αιθερική ισχύ του αποχωρούντος νικητή με υπέρμετρη ταχύτητα. Άραγε, χάθηκε και αυτός μέσα στην έκρηξη και στην πυρκαϊά;

Στη συνέχεια ο Αρκαμάνικο περιγράφει πως ο άνθρωπος αυτός επέζησε, εφόσον κατά την στιγμή της έκρηξης του οχήματος, ακαριαίως και επί τόπου ενεργοποίησε την αιθερική ισχύ του και ακαριαίως μετέφερε το υλικό του σώμα αλλού. Ακολουθούν και άλλες συγκεκριμένες και εκτενείς περιγραφές σκηνών αφορωσών το συγκεκριμένο άτομο. Στα σημεία αυτά το αιγυπτιακό ιερογλυφικό κείμενο έχει πολύ δύσκολη σύνταξη, σπάνιες αν όχι άπαξ χρησιμοποιούμενες λέξεις, ιδιαίτερα ιερογλυφικά προσδιοριστικά σημεία τα οποία δεν είναι ούτε γνωστά ούτε σαφή, ενώ σ’αυτό το σημείο και ο πάπυρος είχε υποστεί κάποιες μικρές αλλά καταδικαστικές φθορές. Στη συνέχεια, το κείμενο περιγράφει άλλες ιδιαίτερες σκηνές από την πρωτεύουσα της χώρας, όπου άρχει ο καταδιωγμένος στην δυτική μεγαλούπολη άνθρωπος αυτός.

 

Μία στενόμακρη, παραλληλόγραμμη πολιτεία. Εστραμμένη προς ανατολάς. Το κατά νότον όρος την καλύπτει, προφυλάσσει, υποστηρίζει, και φρουρεί. Την δέχεται εν αγκάλαις. Το όρος ωσεί ανήρ και η πολιτεία ωσεί γυνή. Γόησσα, αρχόντισσα, μάντισσα, βασίλισσα. Επτά επιπέδων βαθμιδωτές πυραμίδες αλληλοδιαδεχόμενες η μία την άλλη εν είδει περιβάλλοντος τείχους. Οι πυραμίδες ως τείχος. Ανεγερμένες βάσει σχεδίου για το ιδιαίτερα επίμηκες, παραλληλογράμμο τείχος αυτό. Οι βάσεις των πυραμίδων εφάπτονται. Ουδείς δύναται να διέλθει ανάμεσά τους. Οι βάσεις αποτελούν το πρώτον επίπεδον. Έχει ύψος δύο μέτρων. Ισοϋψή όλα τα επίπεδα. Ευθεία κεντρική οδός απολήγουσα προς ανατολάς. Αρχίζει εις το μέσον της πολιτείας ακριβώς. Κατέμπροσθεν ενός μεγάλου κτηρίου. Φθάνει έως την ανατολικήν πύλην η οποία, ευρυτάτη, διαμορφώνεται ανάμεσα σε δύο πυραμίδες. Η ανατολική και η δυτική είναι οι στενές πλευρές της στενόμακρης πολιτείας. Το μέγα κτήριον έχει ανεγερθεί επί άξονος βορρά νότου. Στενόμακρο παραλληλόγραμμο το βασάλτινο κτήριο έχει δύο ορόφους. Εις την οροφήν φαίνονται κωνικές διαμορφώσεις με υψηλές αιχμηρές απολήξεις. Κατέμπροσθεν του κτηρίου το Δένδρον. Το Μόνον Δένδρον. Ζει, δεν χάθηκε, αλλά οδηγεί και σώζει. Δεξιά τω εξερχομένω. Εις μικράν απόστασιν. Κατενώπιον του νότιου ημίσεος του κτηρίου. Περί το Δένδρον και ευθέως άνωθεν ένας Κύλινδρος Φωτός. Διαρκής, απρόσβλητος, λαμπερός. Φθάνει έως το Στερέωμα. Πιο πίσω άλλο κτήριο. Τετραγωνικό και επί τετραγώνου βάσεως επτά επαλλήλων επιπέδων. Κτίριο Κύβος χωρίς διακοσμήσεις.

Προφανώς το πρώτο κτήριο είναι διοικητικό και το δεύτερο θρησκευτικό. Στη συνέχεια, ο Αρκαμάνικο περιγράφει μίαν σειράν δρωμένων κατά την διάρκειαν των εγκαινίων του διοικητικού κτηρίου. Μεγιστάνες, αξιωματούχοι, στρατιωτικοί και διοικητικοί ιθύνοντες και αυλάρχες εισήρχοντο για να επιβλέψουν το νεόδμητο κτήριο, όπου θα ζούσαν και θα εργάζονταν. Τότε στην άκρη ενός διαδρόμου διέκριναν φως ψηλά σε ένα σημείο του τοίχου και στάθηκαν για να δουν. Εκεί τους απεκαλύφθη μία σειρά προβαλλομένων εικόνων δρωμένων.   

Ο βαρύς μουσικός ήχος. Φως το οποίο γίνεται ολοένα πιο ευδιάκριτο. Χρυσόχροο. Μετ’ εκκωφαντικού ήχου κατέρχεται άνωθεν κατενώπιόν των η μορφή του Αρχαίου Αυτοκράτορος. Ποδήρης αρχιερατικός χιτών και κωνικός αρχιερατικός πίλος. Ολόχρυσοι. Αλλαγή μορφής. Εις αντίστοιχον στάσιν ο Νέος Ηγεμών. Όρθιοι, ο ένας μετά τον άλλον, με την αριστεράν χείρα κατωφερή και εσφιγμένην και την δεξιάν εις έλικα προωθήσεως. Αλλαγή σκηνής. Ο Αρχαίος Αυτοκράτωρ έφιππος εις θήραν λεόντων. Αλλαφή μορφής. Εις αντίστοιχον στάσιν ο Νέος Ηγεμών. Αμφότεροι, ο ένας μετά τον άλλον με εκτεταμένην την αριστεράν χείρα και τον δείκτην. Αλλαγή σκηνής. Τετράγωνη εικών. Θολή αρχικώς. Είτα ευκρινής. Η όψις του Αρχαίου Αυτοκράτορος. Νέα, τετράγωνη εικών εκ δεξιών της πρώτης διά τους προσορώντας. Η πρώτη εικών παραμένει. Η δευτέρα εικών θολή. Είτα ευκρινής. Η όψις του Νέου Ηγεμόνος. Εμφανείς οι ομοιότητες, νοητή η ταύτισις. Τότε, οι δύο εικόνες μετακινούνται η μία προς την άλλην, συγχέονται, και συνενούνται εις μίαν. Οι ενορώντες εκπλήσσονται, κατανοούν και ενθυμούνται τι εν χορώ τους είχεν ήδη καταδείξει ο Νέος Ηγεμών. Αποσβέννυνται βαθμηδόν οι εικόνες. Χάσκει όμως τώρα κατέμπροσθέν των λευκοφαής πελωρία οθόνη δυσδιακρίτου περιεχομένου.

Αίφνης, στροβιλίζεται κατενώπιον όλων σφοδρός, βόρειος, ψυχρότατος άνεμος, ενώ νιφάδες χιόνος *45 εκσφεδονίζονται προς όλους τους παρόντες. Τα ενδύματά των αρπάζονται υπό του ανέμου και βρέχονται υπό της χιόνος. Τότε η οθόνη γίνεται ευκρινής και φαίνονται γυναίκαι και άνδρες μεταφέροντες αποσκευάς, βαρέως ενδεδυμένοι και οικτρώς θλιμμένοι να οδοιπορούν διά μέσου της χιόνος και διά φοβερών κακουχών. Ορεινό πλαίσιο, καθ’ ο αριστερόθεν ανοίγονται δύο οροσειραί και μεταξύ τους εκτείνεται μία στενόμακρη κοιλάδα εξ ανατολών προς δυσμάς. Δεξιόθεν, προς τα εώα μέρη και μακράν, διακρίνεται, διά μέσου νεφών, όχθη λίμνης. Αι συστοιχίαι των εν κακουχίαις πορευομένων καθοδηγούνται από ιερείς κραδαίνοντες ανεικονικά μονοθεϊστικά σύμβολα, όχι αιγυπτιακά. *46 Εμφανώς, μία τραγική στιγμή αποχώρησης ενός λαού από τις οικίες των και τις εστίες των, λόγω αγνώστου πλην όμως βαρείας αιτίας. Οι παρόντες αντιλαμβάνονται την ιδίαν σχέσιν προς την εικόνα των δρωμένων, τα οποία έλαβαν χώραν χιλιάδες χρόνια πριν, εν τω τέλει της αρχής του Αρχαίου Αυτοκράτορα. Έχοντες οι ίδιοι επιτυχώς οργανώσει την αποχώρησιν αντελαμβάνοντο τώρα την ταυτότητά των και τους μείζονες λόγους της νέας παρουσίας των εν ζωή. Διατελούν όμως εν αγνοία των λεπτομερειών του νέου έργου το οποίο είχεν παλαιόθεν επιδικασθεί εις τους ιδίους δι’ αυτήν την δευτέραν εν γη παρουσίαν των. Αμέσως η εικών των παλαιών δρωμένων εχάθη, οι στροβιλισμοί ανέμων και χιόνος εξέλιπον, και η μεγαλοβριθής οθόνη εσκοτίσθη. Έβλεπαν ή δεν έβλεπαν μίαν ακόμη εικόνα δρωμένων; Δεν καταλάβαιναν.

Και όμως έβλεπαν. Αργά και διά μέσου του απολύτου σκότους ανεφάνη σημείον φωτός εις ύψος μέγα. Ελικοειδώς περιστρεφόμενος ένας ολόχρυσος κομήτης εκπληκτικής ακτινοβολίας. Η αιχμηρά αρχή του ηκολουθείτο υπό μακρυτάτου κυλινδρικού τμήματος, το οποίο ακολουθούσε την ελικοειδή κίνηση, την οποία προδιέγραφε η αρχή του κομήτη. Εξίσου χρυσοφαές ήταν και το κυλινδρικό τμήμα. Ο κομήτης ήταν ωστόσο ένα όχημα ουράνιας μεταφοράς. Εφαίνετο ως εργαλείον του οδηγητή, ως στοιχείον εμπνεύσεως ικανής να επιλύσει προβλήματα και αινίγματα, και ως υπάτη έκφρασις του Μπα του. Ο ιδιόμορφος κομήτης μετέφερε πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι διεκρίνοντο εις σειράς, η μία όπισθεν της άλλης, εις τρόπον ώστε να πληρούν ολοσχερώς κατά πλάτος και κατά μήκος το κυλινδρικόν τμήμα του τόσον επιμήκους κομήτη, ο οποίος εις το πέρασμά του εσχημάτιζε πολλάς περιστροφάς και εκσφεδόνιζε χρυσόκονιν απ’ άκρου εις άκρον εντός του απεράντου σκότους. Τις ηγείτο αυτής της υπερόχου και θεοθελήτου επιστροφής; Και ποία η σχέσις των επιστρεφόντων με τους αναχωρήσαντες; Οι ίδιοι; Οι απόγονοι των αναχωρησάντων; Άλλοι; Η απάντηση, απλή και φυσιολογική, προσεφέρθη πάραυτα.

Η αιχμηρά αρχή του κομήτη, η κεφαλή του, εμπεριείχεν την έκλαμπρον όψιν του Αρχαίου Αυτοκράτορος ενδεδυμένου τον αρχιερατικόν, ολόχρυσον χιτώνα και τον κωνικόν πίλον ιερουργίας. Αύτη ήτο η τυπική εμφάνισή του, έκφρασις θείας επιλογής, η οποία αμετακλήτως τον οροθέτησε. Το τέλος της πορείας του ολοχρύσου κομήτη. Ο Αρχαίος Αυτοκράτορας, ο οποίος ήτο ο νέος ηγεμών, κατηύθυνε και προσήρμοσεν ολόκληρον τον κομήτη εις την ευθείαν κεντρικήν οδόν της πολιτείας του πυραμιδωτού τείχους ακριβώς κατενώπιον του μεγάλου κτηρίου. *47 Οι επιβάτες αναμείχθηκαν με τους αναμένοντες εντοπίους, ενώ ο χρυσοφαής κομήτης διεχέθη εις άπλετον χρυσόχρουν λάμψιν επί την πολιτείαν, εφόσον δεν είχε καμμίαν υλικήν υπόστασιν.

 

Κεφάλαιο Γ΄:  Η Μύηση στις Φίλες

Κεφάλαιο Γ΄:  Η Μύηση στις Φίλες

(Αλ Ουκσούρ – Λούξορ, 6-6-1997 – 10:41)

-Ό,τι υπάρχει εις το υλικόν και εις το μη υλικόν σύνολον των κόσμων είναι κάτι το ελάχιστον και μηδαμινόν. Αυτό υπήρχεν από τότε όταν ο Υπέρτατος Ατούμ ώρισε την εξέλιξιν ούτως, ώστε να διαμορφωθούν όλα. Πριν δημιουργηθούν όλα, πριν έλθει το καθετί εις ύπαρξιν, και πριν σχηματισθεί το Κα του κάθε όντος, όλα ενυπήρχον εις τον Απέραντον Ατούμ, ως ελάχιστον τμήμα της Γνώσεώς Του, της Δυνάμεώς Του, και της Ζωής Του. Και όταν τίποτα δεν υπήρχεν, υπήρχε το καθετί, και δεν υπήρχεν όριον εις το Αχανές Είναι του Ατούμ, το οποίον είναι μόνον μία έκφρασις της διαθέσεως του Μπα Του. Το Μπα του Ατούμ οριοθετήθη από το Κα Του, όταν ουδέν έτερόν τι υπήρχεν, και ωστόσο όλα ευρίσκοντο εν ελαχίστη υποστάσει εντός του Ανάρχου και Υπερορίου Κα του Ατούμ. Ουδέν είναι γνωστόν εις ημάς και εις την Ίσιδα αναφορικά με τους κανόνας και τους όρους της διαμορφώσεως του Μπα του Ατούμ από το Κα του Ατούμ.

Ως συνεπαγωγή της αχράντου και δημιουργικής Ενεργείας και της πολυσχιδούς και αενάου Δράσεως του Ατούμ, αι οποίαι είναι μόνον δύο από τας αναριθμήτους εκφράσεις της διαθέσεως του Μπα Του, εξεπορεύθησαν από Αυτόν ο Σου και η Τεφνούτ, οι οποίοι ως ξηρός Αήρ και ως υγρά Δρόσος διεμόρφωσαν το πλαίσια ενός προορισμένου και επί τούτω διευθετημένου χώρου, όλως ασυλλήπτου διά τον νουν του ανθρώπου, πλην όμως απειροελαχίστου διά το Μπα του Ατούμ.

Ο Σου και η Τεφνούτ, ως στοιχεία εμφανούς και ενεργού αρσενικού και θηλυκού χαρακτήρα, έπλασαν τα όρια ενός διττού ως προς τα χαρακτηριστικά του κόσμου, εντός του οποίου το καθετί θα επέλεγε την μίαν από τας δύο οδούς χαρακτήρα. Σου και Τεφνούτ εχαρακτήρισαν αντιστοίχως την Στιγμήν και την Διάρκειαν, όταν ακόμη δεν υπήρχε χρόνος, διότι αληθώς δεν υπάρχει χρόνος, και αυτός είναι μόνον μία ανθρωπίνη επινόησις, απόρροια αυταπάτης, άνευ αληθούς υπάρξεως. Και αν ακόμη ηδύνατο ο άνθρωπος να αναλογισθεί μίαν αληθινήν υπόστασιν του χρόνου, θα αντελαμβάνετο επίσης ότι αυτή και πάλι δεν υπάρχει, αλλά ο χρόνος είναι μία διευθετημένη και εφαρμοσμένη έκφρασις της διαθέσεως του Μπα του Ατούμ.

Από την διαλεκτικήν σχέσιν του Σου και της Τεφνούτ εσχηματίσθη το υλικόν Σύμπαν, και τότε εξεπορεύθη άλλο ζεύγος, ο Γκεμπ και η Νουτ, οι οποίοι ως Γαία και Ουρανός εσχημάτισαν τα όρια του χώρου του Σύμπαντος, ο οποίος υπό τας συγκεκριμένας προδιαγραφάς και συνθήκας τους παρεδόθη.

Ο Γκεμπ ως Γήϊνη Επιφάνεια και η Νουτ ως Ουράνιος Θόλος καθώρισαν ακόμη και τας πλέον λεπτομερειακάς υποθέσεις του αρσενικού και του θηλυκού χαρακτήρος εντός του χώρου, και εφόσον αυτός ο χώρος υφίσταται. Γκεμπ και Νουτ εχαρακτήρισαν την ευστάθειαν και την αστάθειαν των υποστάσεων, οι οποίες θα επέλεγαν τας δύο οδούς τας οποίας πρώτοι οι Σου και Τεφνούτ εχάραξαν και μετέπειτα οι Γκεμπ και Νουτ εξειδίκευσαν.

Γκεμπ και Νουτ προσαπέκτησαν τρομερόν πλούτον υλικών και μη υλικών μορφών τας οποίας εφαντάσθησαν, επενόησαν και απετύπωσαν διά να είναι οι φορείς της λειτουργικότητος και οι διεκπεραιωταί του σκοπού, τον οποίον οι Γκεμπ και Νουτ τους προσέδωσαν. Όμως από τους μυστικούς όρους των Σου και Τεφνούτ ελάχιστα ηδύναντο οι Γκεμπ και Νουτ να εννοήσουν. Έτσι, διεμέρισαν τον κόσμο, ο οποίος τους παρεδόθη, τελικώς μορφοποιώντας τον εις τρία τμήματα: το ουράνιον, το γήϊνον και το χθόνιον, τα οποία όλα μαζί εκάλυψαν το σύνολον του σφαιρικού Σύμπαντος. Η Νουτ διευθετήθη υπεράνω της γης πρηνηδόν, ορώντας την προς τα κάτω, ούτως επιτρέπουσα εις το ουράνιον τμήμα του σφαιρικού Σύμπαντος να διαμορφωθεί υπεράνω της. Ο Γκεμπ, εφαπτόμενος της οριζοντίας τομής της σφαίρας του Σύμπαντος και ύπτιος ως προς την Νουτ, επέτρεψε εις το κατώτερον ήμισυ της σφαίρας να σχηματισθεί εις πολλά υπάλληλα επίπεδα, το ανώτερον των οποίων είναι το υπόγειον ρεύμα Γλυκών Υδάτων, το οποίον διαπλέει η Ναυς του Ηλίου από την Δύση προς την Ανατολή κάθε Νύκτα, ούτως ώστε να προβάλλει ο Ήλιος εκ νέου εις τας ανατολικάς εσχατιάς καθ’ εκάστην επομένην αυγήν.

Από την διαλεκτικήν σχέσιν *37 του Γκεμπ και της Νουτ εξεπορεύθησαν δύο ζεύγη: ο Όσιρις και η Ίσις, ο Σηθ και η Νεφθύς. Όπως γνωρίζουν όλοι, Όσιρις σημαίνει “το καλόν Είναι”. Σούτα – Σηθ *38 δεν είναι ειμή μόνον η Άρνησις, η Απουσία “του καλόν Είναι”. Η διττή αυτή, υλική και μη υλική, υπόστασις υπήρξε καθοριστική διά την διευθέτησιν των ανθρωπίνων κοινωνιών. Είναι οι Γκεμπ και Νουτ αυτοί, οι οποίοι καθώρισαν τας λεπτομερείας, τον χαρακτήρα, την υφήν, και την μοίραν του Κα του Οσίριδος και του Κα του Σηθ.

Τίποτα από τον Όσιριν και τίποτα από τον Σηθ δεν ηδύνατο, δεν δύναται, και δεν θα δυνηθεί να αποφύγει το διευθετημένο δι’ αυτά πλαίσιο. Αναγκαστικά προσαρμοσμένοι οι Γκεμπ και Νουτ επί των διαμορφωμένων από τους Σου και Τεφνούτ οδών δεν ηδύναντο ειμή μόνον να προσδώσουν διττήν, αρσενικήν και θηλυκήν, ταυτότητα εις το Κα του Οσίριδος και εις το Κα του Σηθ. Έτσι, προέκυψαν το Κα της Ίσιδος και το Κα της Νεφθύος.

Πολλοί διερωτήθησαν διά την εκπόρευσιν των δύο ζευγών, υποθέτοντας ότι εν ζεύγος θα ήτο ήδη αρκετόν, όπως και εις τας προτέρας δύο εκπορεύσεις. Φαίνεται ότι ο αριθμός αυτός, το ύστερον τρία, πρέπει να αποδοθεί εις την κακήν μοίραν και εις την κακήν τύχην. Ίσως αποτελεί έν καθορισμένον σημείον δυσμένειας ή ένα δυσοίωνον κόμβον. Η αλήθεια είναι ότι ελάχιστα από τα μυστικά των Γκεμπ και Νουτ ηδύναντο οι Όσιρις και Ίσις να εννοήσουν και αυτά τα ελάχιστα, βεβαίως, οι Σηθ και Νεφθύς ηδύναντο να κατανοήσουν μόνον αναστρόφως. Σήμερον, ορισμένοι κορυφαίοι της γνώσης και της σοφίας δέχονται ότι δεν ηδύναντο να προκύψουν μόνον δύο ζεύγη και ουχί εν, εφόσον οι Γκεμπ και Νουτ είχον ήδη προκαθορίσει την ευστάθειαν και την αστάθειαν δι’ όλας τας υστερογενείς οντότητας, υπάρξεις και υποστάσεις, οπότε συνεπώς αυτά τα δύο χαρακτηριστικά απέβαιναν πλέον υποχρεωτικά δι’ έκαστον μεταγενέστερον Κα.

Ευστάθεια εσήμαινε λοιπόν συνεκδοχικώς το “καλόν Είναι” και αστάθεια συνεπάγετο την Άρνησιν, την Απουσίαν του “καλόν Είναι”. Και βεβαίως αμφότερα τα Κα απαιτούσαν και τα αντίστοιχά τους θηλυκά Κα, την Ίσιδα και την Νεφθύν. Ολόκληρος ο κόσμος προ της Δημιουργίας του Ανθρώπου είχεν ούτως πλέον διευθετηθεί. Ο Άνθρωπος επλάσθη κατ’ εικόνα του Υπερτάτου Ατούμ, οπότε εις αυτόν μετεβιβάσθη “το καλόν Είναι” του Ατούμ, καθώς η Ευλογία του Οσίριδος είναι μόνον μία από τας αναρίθμους διαθέσεις του Μπα του Ατούμ.

Από το Μπα του Οσίριδος και από το Μπα της Ίσιδος, ως έκφρασις της διαθέσεώς τους, μετεβιβάσθησαν εις τον Άνθρωπον η Αντίληψις του Οσίριδος και της Ίσιδος, η μετ’ αυτών Επαφή και Επικοινωνία, η Νόησις, η Κρίσις, η Γνώσις, η Σοφία, η Αρετή, η Δικαιοσύνη, η Ισορροπία, η Ισχύς, η Κίνησις, η Δράσις, το Κάλλος, και η Αγάπη. Όμως, εκ παραλλήλου, από το Μπα του Σηθ και από το Μπα της Νεφθύος, ως έκφρασις της διαθέσεώς τους, μετεβιβάσθησαν εις τον Άνθρωπον η Έκθεσίς του κατενώπιον της διαθέσεως του Σηθ και της Νέφθύος, καθώς και η Άρνησις και η Απουσία όλων όσων μετεβιβάσθησαν εις τον Άνθρωπον από το Μπα του Οσίριδος.

Ούτω πως, διά τον Άνθρωπον αυτής της περιόδου, Γνώσις συνεπάγεται ταυτοχρόνως και Απώλειαν Γνώσεως. Ακόμη χειρότερα, Επαφή και Επικοινωνία με τον Όσιριν σημαίνουν και Απώλειαν Επαφής και Επικοινωνίας με τον Όσιριν, και αντιστοίχως ισχύουν δι’ όλα τα λοιπά μεταβιβασθέντα εις τον Άνθρωπον από το Μπα του Οσίριδος και από το Μπα της Ίσιδος στοιχεία.

Είναι λοιπόν γνωστόν ότι το εν τω Ανθρώπω “καλόν Είναι” κατετεμαχίσθη από τον Σηθ και διεσκορπίσθη υπ’ αυτού απ’ άκρου εις άκρον της γης. Το τραγικόν γεγονός της απωλείας του πλέον ενεργειακού μέλους του “καλόν Είναι” υπήρξε τρομακτικώς δυσμενών συνεπειών διά τον Άνθρωπον. Τον μετέτρεψεν εις οικτράν σκιάν του αληθούς εαυτού του και τον εβύθισεν εις καταδικαστικήν εμπλοκήν και σύγχυσιν ενεργειών. Παν τούτον εγένετο προς όφελος μόνον της Αρνήσεως. Παρά την αναμφισβήτητον κυριαρχίαν του Απροσμετρήτου και Απεριγράπτου Ατούμ, ο Σηθ μετεβλήθη εις “κύριον” του κόσμου τούτου.

Η συντριβή των καλών χαρακτηριστικών εντός του ανθρώπου και η απώλειά τους οδήγησε εις γενικευμένην εξαφάνισιν αυτών των χαρακτηριστικών από ολόκληρο το πλαίσιον της ανθρωπίνης κοινωνίας. Απωλέσθη δηλαδή το “καλόν Είναι” και εντός του ιδίου του ανθρώπου και εις τας σχέσεις αναμεταξύ των ανθρώπων. Έμεινεν έκτοτε μόνον μία ισχνή ακτίς ελπίδος, η Ίσις. Το Μπα της Ίσιδος είναι, τω όντι, το σύνολον των εν τω Κα της Ίσιδος ζώντων ιερέων και σοφών. Βεβαίως ως έκφρασις της διαθέσεώς τους, μετεβιβάσθησαν και μεταβιβάζονται εις τον άνθρωπον τα προαναφερμένα στοιχεία. Πλην όμως, καθώς μεταβιβάζονται μόνον από την Ίσιδα, μεταδίδονται μόνον εις την θηλυκήν τους διάστασιν και ουχί εις αμφοτέρας, την αρσενικήν, εκπορευομένην από τον Όσιριν, και την θηλυκήν, εκπορευομένην από την Ίσιδα, τας διαστάσεις των, ως προώρισται κατά την Διαθήκην των Σου και Τεφνούτ. Ούτως, η Ανθρωπότης είναι ωσεί ναυς επικινδύνως επικλινόμενη προς μίαν πλευράν και στερουμένη της απαιτουμένης ισορροπίας ενόσω παρασύρεται εις τας δίνας καταρρακτών του Ψυχικού Νείλου.

Η εκ της Ίσιδος αναμενομένη ελπίς δεν είναι ωστόσο η αλληλοβοήθεια: είναι κατ’εξοχήν η Αναζήτησις και Επανασυλλογή των κατατεμαχισμένων μελών του Οσίριδος. Όταν αυτή η Αναζήτησις λήξει, η Ίσις θα αποδώσει εις τον κόσμον τον πλέον καθοριστικόν Άνθρωπον: τον Υπέρμαχον Ώρον, τον νικητήν και εκμηδενιστήν του Σηθ, αυτόν ο οποίος θα επιτύχει ούτως ώστε η Απώλεια να απολεσθεί. Αυτός ο ένθεος Άνθρωπος θα έχει τελεσιδίκως αρνηθεί την Άρνησιν.

Στη συνέχεια, ο Αρκαμάνικο περιγράφει την αίσθηση, την οποία του έκανε ολόκληρη την επόμενη μέρα η μύηση, την οποία είχε υποστεί την προηγούμενη νύκτα, όπου το πλέον σημαντικό σημείο ήταν η προσφερθείσα τελική διδασκαλία, την οποία δεν είχε παραλείψει να διατηρήσει μέσα του άθικτη και ιερή για πάντοτε. Άϋπνος και νηστικός καθόταν στη νότια άκρη της δυτικής στοάς, δίπλα στον ναό του Νεκτανεβώ, ολόκληρη την ημέρα, περιμένοντας το υπόλοιπο ήμισυ της ισιακής μύησής του αργά το δεύτερο βράδυ. Το βάρος των σκέψεων του ήταν ίσο με το κολοφώνειο βάρος των κιόνων και της υψιπετούς στέγης της στοάς, προς την οποία ο νεαρός και ηλικιωμένος ήδη Αρκαμάνικο δεν τολμούσε να εγείρει το βλέμμα. Όλη η σμύρνα της Άλλης Βερβερίας, όλο το λιβάνι της Λιβανωτοφόρου Χώρας, όλο το μοσχολίβανο της Αζανίας, όλο το νάρδο της Ινδίας, όλη η κανέλλα της Υεμένης, όλο το σάνδαλο των Ομάνων εσυνόδευαν τον Μεροΐτη στους διαλογισμούς του, τους παρανείλιους, τους παρά θίνα Φιλών. Γι’ αυτό και το τόνισε στο κείμενο του ιδιαίτερα, πριν περιγράψει πως είδε την αντανάκλαση των άστρων στο βυθό του Νείλου, προτού εισαχθεί ο ίδιος στο Μαμμισί για τη συμπλήρωση της μύησης του σε ένα τόσο υψηλό βαθμό ήδη το δεύτερο βράδυ. Περιγράφοντας τις τεχνικές των δοκιμασιών του, ο Αρκαμάνικο προσέφερε μία μοναδική απόδειξη της ενεργού παρουσίας των Γκεμπ και Νουτ, των Σου και Τεφνούτ, και του Ατούμ στην μη υλική διάσταση της τρομερής μύησής του. Έπειτα, ο Μέγας Αρχιερέας του Μαμμισί κάθησε δίπλα του και του εδίδαξε την Ιστορία του Ναυαγού.  

– Ο άνθρωπος, το σκάφος του οποίου κατεποντίσθη, επάλευε με τα κύμματα της Ερυθράς Θαλάσσης *39. Αίφνης προσέγγισε είς τινα αλλόκοτον νήσον, όπου σχεδόν εξεβράσθη ως πτώμα αλλά συνελθών ανέτως περιεπάτησε.  Αντιληφθείς επρόσεξε όλα τα θαύματα αυτής της υπερκάλλου νήσου, ένθα η τελειότης δεν είχεν εκλείψει, και φθορά δεν υφίστατο ουδέ ως σκέψις. Δεν υπήρχε χώρος διαθέσιμος διά ακάθαρτα, άχρηστα, ακατάστατα, ή ακαλαίσθητα αντικείμενα διότι αυτά απλώς δεν υπήρχαν. Η ασθένεια ήταν κάτι το άγνωστο στους εκεί υπερλάμπρους ανθρώπους, των οποίων η καλωσύνη δεν ήταν περιορισμένη και η αφοσίωση εις τον Ατούμ δεν είχε όρια. Στα πιο βαθειά και στα πιο υψηλά μέρη της καρδιάς τους δεν υφίσταντο αλαζονεία, μισαλλοδοξία, υπερηφάνεια, αγέρωχη έκφραση, υποκρισία, ψεύδος, ψευδομαρτυρία, αποσιώπηση της αλήθειας, έλλειψη διάθεσης προσφοράς, απαισιοδοξία, απερισκεψία, εγωϊσμός, μίσος, έχθρα, φιλαυτία, απληστία, ζήλεια, φθόνος, ύπουλη σκέψη, επιθυμία άλλη πλην της προς τον Ατούμ υποταγής, και πάθος άλλο πλην του κατά τον Ατούμ βίου.

Τίποτα δεν επιχειρούσαν, το οποίο να μην ήταν αντίστοιχο του προορισμού τους, και τίποτα δεν έπρατταν, το οποίο να μην αντιστοιχούσε στην ελεύθερη θέλησή τους.

Το πλαίσιο, στο οποίο ζούσαν, ήταν υπερκόσμιο και αφάνταστο. Οι οίκοι των εκεί οικογενειών δεν δημιουργούσαν πόλεις αλλά ήταν αφομοιωμένοι μέσα στην υπέροχη και απερίγραπτη φύση, την οποία επρόσεχαν, συντηρούσαν, διοικούσαν, και εσέβονταν ως δώρο του Γκεμπ *40 προς αυτούς. Εις την νήσον υπήρχαν επτά πύλες, αδαμάντινες και εκτυφλωτικά λαμπερές. Ίσταντο σε ίση απόσταση η μία από την άλλη και όλες μαζί εσχημάτιζαν ένα κύκλο. Οι πύλες αυτές ήταν ορθογώνιου σχήματος και έφεραν ονόματα: Σου, Τεφνούτ, Γκεμπ, Νουτ, Όσιρις, Ίσις, Ώρος. Δεν υπήρχε πύλη εις το όνομα του Ατούμ * 41 διότι οι κάτοικοι ονόμαζαν εαυτούς ατουμικούς, την νήσον ατουμικήν, και όλον τον κόσμο επίσης ατουμικόν. Οι οίκοι ήταν όλοι τετράγωνοι και ολόχρυσοι, εφόσον ο χρυσός ήταν μέταλλο σε εξαιρετική αφθονία στο υπέδαφος της νήσου. Τα πολύχρωμα πτηνά της νήσου συνομιλούσαν με τα ποικιλόμορφα ψάρια της θάλασσας, είτε όταν τα πτηνά βυθίζονταν εις τα ύδατα της θαλάσσης, είτε όταν ψάρια πετούσαν εις τον αέρα. Με αμφότερα τα είδη συζητούσαν και τα περίεργα ζώα της νήσου, των οποίων – όλων – η συμπεριφορά ήταν απολύτως φιλική αναμεταξύ τους και ως προς τους κατοίκους. Τα ζώα αυτά πετούσαν στον αέρα με την ίδια άνεση, με την οποία εκινούνταν σε βάθος στα ύδατα της θαλάσσης. Με όλα αυτά επικοινωνούσαν και οι εκεί άνθρωποι, οι οποίοι διέθεταν μεγάλη ευκολία μετακινήσεων μέσα στο υπέδαφος της γης, στο βάθος της θάλασσας, και στα ύψη του ουρανού. Με την ίδια ευκολία εχάνονταν και επανεμφανίζονταν στη θέα των άλλων, και με την ίδια ευκολία απέβαλαν και επανενδύοντο την επιδερμίδα τους. Όμως, ούτε η θάλασσα, ούτε κάποιος υδάτινος όγκος στο νησί, ήταν έμπλεος άλατος. Το γλυκό ύδωρ των ποταμών, των λιμνών, της θάλασσας, και των εναερίων κρουνών ήταν δροσερό και προσέφερε την απόλυτη υγεία, την απέραντη χαρά, και την ανέσπερη ζωή. Επικοινωνίες και συζητήσεις, διδασκαλίες και ανταλλαγές γνωμών ήταν επίσης δυνατές με τα φυτά, τα δένδρα, τα λουλούδια, τα φυτά, τα ρεύματα υδάτων, τις πέτρες, το χώμα της γης, ή τα ορυκτά, όπως άλλωστε και με τα ρεύματα αέρος, ή με τις διατηρούμενες σε συγκεκριμένα σημεία άσβεστες φλόγες. Όλοι και όλα είχαν κάτι να πουν και το καθετί έλεγε όλα όσα επιθυμούσε. Γι΄αυτό, στην απόκοσμον αυτήν νήσον, όλοι ήταν ένα και ένα ήταν όλοι.

Οι άνθρωποι της νήσου αναπαράγονταν, χωρίς να υπεισέρχεται ηδονή εις την όλην διαδικασίαν. Αντίθετα, η αναπαραγωγή εθύμιζε εκφράσεις νοερών ευχών και περιγραφής βεβαιοτήτων για τους απογόνους, απαγγελίες σιγηρών ύμνων, ή υποκρούσεις μουσικής χωρίς χρήσιν οργάνων. Διεβίουν πίοντες το Ύδωρ της Ζωής και κατεσθίοντες την δύναμιν των ηλιακών ακτίνων, των οποίων εγνώριζαν τις ιδιότητες στην εντέλεια. Οι δραστηριότητές τους ήταν ποικίλες, πολυσχιδείς και πολλές πλην όμως ακατάληπτες στους λοιπούς ανθρώπους της εποχής μας. Δεν εκουράζονταν καθόλου και δεν εχρειάζονταν ανάπαυση. Εκοιμούνταν για να δρστηριοποιηθούν αποκλειστικά σε μη υλικό επίπεδο. Οι οίκοι τους είχαν ελάχιστα σκεύη ή αντικείμενα, και διακοσμούνταν μόνον από γεωμετρικά σχέδια της επιλογής ενός εκάστου.

Εις το κέντρον της νήσου υπήρχε μία λίμνη, στο επίκεντρο της οποίας ευρίσκετο ετέρα, μικρά, νήσος. Εκεί υπήρχε ένα κυκλικό κτήριο, εις το οποίο απεφασίζετο η ρύθμιση όλων των κοινών υποθέσεων. Δεν υπήρχε κάποιο είδος δικαστηρίου ωστόσο, διότι όλοι οι κάτοικοι ήταν δίκαιοι και δεν παρέβαιναν τον κώδικα τελειότητος τον οποίον ο Ατούμ είχε εμφυσήσει εις αυτούς. Δεν υπήρχε κανένα γραφείο οικονομικών καταγραφών, κανενός είδους φορολογική υπηρεσία, καμμία αγορά, διότι ούτε χρήμα κυκλοφορούσε, ούτε αμοιβές καταβάλλονταν για κάτι, και διότι τίποτα δεν ελησμονείτο, εφόσον η μνήμη όλων ήτο εξίσου ισχυρά. Συνεπώς, δεν εχρειάζετο να υπάρχει και δεν υπήρχε γραφή. Η γλώσσα τους εδύνατο να εκφραστεί είτε ηχηρά, είτε σιγηρά. Δεν υπήρχε βέβαια κανένα αρχείο, καμμία βιβλιοθήκη. Μόνον χώροι συμβουλίων υπήρχαν στο διοικητικό κυκλικό κτήριο, όπου όλοι είχαν πρόσβαση και όλοι οι άνδρες περιοδικά και επί ίσοις όροις καταλάμβαναν όλες τις υπαρκτές θέσεις. Γυναίκες και παιδιά είχαν δικαίωμα ομιλίας, όχι όμως ψήφου. Άλλα όντα, ζώα, πτηνά, ψάρια, φυτά, δέντρα, λουλούδια, κλπ είχαν δικαίωμα παρουσίας. Το κτήριο ήτο αδαμάντινο, όπως οι πύλες, η επίπλωση όμως ήτο κυρίως σμαραγδίνη και ρουβίνια. Αναθυμιάσεις λιβανωτών εκτινάσσονταν συνεχώς από συγκεκριμένα σημεία, καθώς διά του αέρα μετεφέροντο όλα τα είδη λιβανωτών από τα σημεία όπου, μετά την συλλογή τους, συσσωρεύνταν σε λόφους, οι οποίοι, όπως ήταν φυσικό, έκαναν να ευωδιάζει ολόκληρη η νήσος του Ατούμ.

Οι επτά γέφυρες, οι οποίες οδηγούσαν πάνω από την λίμνη προς τα ενδότερα και την μικράν νήσον, ήσαν εξίσου αδαμάντινες. Αν κάποιος περνούσε εις την ενδότερην πλευράν του μεγάλου, αδαμαντίνου και κυκλικού κτιρίου, θα διέκρινε πέρα από τους κήπους παγωνιών, παπαγάλων και μονοκέρων μίαν μικροτάτην λίμνην. Έως τις όχθες της εδύναντο να φθάσουν όλοι οι κάτοικοι του νησιού. Στο κέντρο της μικροτάτης λίμνης υπήρχε μία μικρά και βραχώδης νησίδα. Εκεί οδηγούσαν δύο υπόγειοι διάδρομοι σμαραγδίνων τοιχωμάτων, δαπέδων και οροφών, οι οποίοι εκκινούσαν από το αδαμάντινο κυκλικό κτίριο της προτέρας και μεγαλυτέρας νήσου. Αυτοί απέληγαν εις ένα άλλο τετράπλευρο κτήριο, το οποίο είχεν ανεγερθεί εις την βάσιν της βραχώδους νησίδας και γύρω από τον βράχον, ο οποίος ευρίσκετο εις το κέντρον. Και αυτό το κτήριον είχεν επίπεδον οριζοντίαν οροφήν, όπως το αδαμάντινον κτήριον, πλην όμως η κάτοψή του αντί να είναι κυκλική ήτο πλήρως τετράγωνη. Όπως και εις το προηγούμενον κτήριον, έτσι και εις αυτό δεν υπήρχαν παράθυρα. Πλην όμως εις αυτό δεν υπήρχαν ούτε θύρες, ανίθετα με το αδαμάντινον κτήριον το οποίον διέθετε εσωτερικές και εξωτερικές, επτά ανά περίπτωση, θύρες.

Εις το κτήριον αυτόν δεν υπήρχαν θύρες, διότι η πρόσβαση προς αυτό εγένετο από τις απολήξεις των υπόγειων σμαραγδίνων διαδρόμων. Το κτήριο αυτό ήτο σμαράγδινον και προς αυτό είχαν δικαίωμα πρόσβασης μόνον οι ενήλικες άνδρες. Χωρίς την παραμικράν διακόσμησιν, η οποία θα διετάρασσε τους Ατουμικούς διαλογισμούς των πιστών, το κτήριο αυτό ήτο αφιερωμένο εις την υποταγή εις τον Υπέρτατον Κύριον όλων και εις την λατρείαν Του. Το βραχώδες όρος, το οποίον ανερχόταν ολότελα κάθετα, απέληγε εις έν ενεργόν ηφαίστειον εις την κορυφήν του, οπόθεν έβγαινε μία συνεχής φλόγα μεταλλασσόμενων χρωμάτων. Εις το κτήριον αυτόν ιερουργούσε μόνον ένας, ο κατά γενικήν ομολογίαν πλέον δίκαιος, και εφ’ όρου ζωής. Αυτός ήταν ο μόνος ιερέας και ταυτόχρονα Μέγας Αρχιερέας. Δεν υπήρχαν ιερά σκεύη και άλλα αντικείμενα, καθώς σ’αυτόν τον χώρο το μόνο απτό ήταν οι αισθήσεις, τα συναισθήματα, οι σκέψεις, οι ιδέες, οι κρίσεις, οι ενοράσεις, οι διαλογισμοί, η φαντασία, και η πίστη.

Ο ναυαγός ήταν ο πρώτος επισκέπτης του νησιού και εγένετο ευμενώς δεκτός από όλους. Καθώς ήταν Αιγύπτιος, επίστευε εις τον Ατούμ και κατανοούσε την τοπική γλώσσα. Δεν είχε δυσκολία να ξεχάσει ό,τι κακό είχε ακούσει πίσω εις τον τόπον του και να αποδεχθεί όλα τα καλά, τα οποία έβλεπε εις την νήσον. Αποφάσισε λοιπόν να μη φύγει, εφόσον και οι εντόπιοι δεν κατεσκεύαζαν κανενός είδους σκάφη ή πλοία. Εξάλλου, οι εντόπιοι κατεσκεύαζαν και δημιουργούσαν μόνον με υπερβατικές διαταγές και χωρίς κάποια χειρωνακτική εργασία, και κυκλοφορούσαν με όση ταχύτητα επιθυμούσαν στον αέρα, στην επιφάνεια της γης και της θάλασσας, ή στο κέντρο της γης και της θάλασσας. Πλην όμως, δεν επέτρεπαν εις τους εαυτούς τους να απομακρυνθούν πιο πέρα από το περιρρέον το νησί τους κυκλικό ωκεάνειο ρεύμα. Και γι’ αυτό και η θάλασσα την οποία εγνώριζαν ήταν ένα ρεύμα γλυκών υδάτων – ήταν ο ωκεανός, όχι η θάλασσα η οποία περιβάλλει τις ακτές της Αιγύπτου.

Σύντομα μετά την άφιξη του ξένου, περίεργες καταστάσεις παρατηρήθηκαν εις την νήσον, οφειλόμενες ωστόσο σε στοιχεία τα οποία προϋπήρχαν της άφιξής του. Ενώ ο ναυαγός αφομοιωνόταν στον εκεί θεσπέσιο ρυθμό ένθεης διαβίωσης, ορισμένοι άρχιζαν να του θυμίζουν αρνητικές καταστάσεις, ήδη γνωστές από την ιστορία του παρελθόντος της χώρας του. Μια αποφράδα ημέρα, ο Μέγας Αρχιερέας διέταξε να απεικονίσουν τον Ατούμ υπό μορφήν ανθρώπου εις τους εσωτερικούς τοίχους του ναού. Η διοικητική εξουσία αντιτάχθηκε, ο πληθυσμός διαιρέθηκε, και σύντομα σχηματίστηκαν φρουρές των δύο κύκλων εξουσίας. Όσον οι παράγοντες της διοίκησης αντετίθεντο εις την ειδωλολατρία, τόσον ο Μέγας Αρχιερέας επέμενε εις την διάδοσίν της υπό όλο και περισσότερον διεστραμμένη μορφή. Στο τέλος, ορισμένοι διανοητικώς επηρεασμένοι προσέφεραν τους οίκους τους ώστε να γίνουν ναοί προς τιμήν ανθρωπομόρφων ειδώλων συμβολικών των διαστάσεων του Θείου. Ως προσφορές προς τον ψευδή Ατούμ, ο διεστραμμένος Μέγας Αρχιερέας άρχισε να ζητάει θυσίες μικρών παιδιών. Τους καλύτερους μαθητές του, τους οργάνωσε ως πυραμιδικής ιεραρχίας ιερατείο.

Η αντίδραση των διοικητικών παραγόντων έλαβε μίαν εξίσου αρνητική μορφή. Ανάμεσα τους ανακήρυξαν ένα άνθρωπο ως ανώτατο άρχοντα της νήσου, κάτι το οποίον δεν συνέβαινε παλαιότερα. Αυτός οργάνωσε εις την αυλήν του οίκου του, ο οποίος απκλήθηκε “ανάκτορα”, μίαν πυραμιδικής ιεραρχίας διοίκησιν, γνωστήν ως ‘αυλικήν’ διοίκησιν, πολύ εχθρικήν ως προς το ιερατείο. Για να προσελκύσουν οπαδούς ανάμεσα στους κατοίκους, επέτυχαν να ελέγξουν τα ορυχεία και να δίνουν αδάμαντες, άλλους πολυτίμους λίθους, χρυσόν και άλλα πολύτιμα μέταλλα εις τους οπαδούς των ως αμοιβήν. Ξαφνικά, πολλοί εντόπιοι αισθάνθηκαν την επιθυμίαν να συσσωρεύσουν πολύτιμους λίθους και μέταλλα. Όταν ο πρώτος ανώτατος άρχων μεταστάθηκε εις την ψυχικήν του διάστασιν, πολλοί εξέλαβαν το γεγονός πολύ διαφορετικά από παλαιότερα. Πλην όμως, ταυτόχρονα εφάνηκε και ότι η εκπεσούσα φύση του ανθρώπου, ο οποίος είχε επιλεγεί ως πρώτος ανώτατος άρχων, είχε πλέον ουσιωδώς αλλάξει τις συνθήκες της μετάστασης και ίδια την ψυχικήν του υπόστασιν. Δεν ήταν το σώμα το οποίο είχε αλλοιωθεί μόνον αλλά και η ψυχή. Και αυτό δεν θα ήταν ένα μεμονωμένο φαινόμενο αλλά θα αφορούσε όλους τους κατοίκους της άλλοτε υπερόχου νήσου. Εις επιδείνωσιν όλων των προηγηθεισών περιστάσεων, ο υιός και διάδοχος του πρώτου ανωτάτου άρχοντος διέταξε να ανεγερθεί προς τιμήν του μεταστάντος ένα πελώριο μνημείο, υψηλότερο και από το βραχώδες, ηφαιστειογενές όρος. Ενώ παλαιότερα, όταν κάποιος αισθανόταν την στιγμήν της μεταστάσεως να προσεγγίζει, επήγαινε μόνος του εις μίαν πρότερον διευθετημένην υπόγειαν κοιλότητα και έμενε εκεί σε συνεχή επικοινωνία με την ψυχήν του έως ότου επιτελεσθεί ο διαχωρισμός της μη ύλης από την ύλη, τώρα μάταια επίγεια μνημεία ανεμένοντο να εγερθούν.

Πολλοί αντελήφθησαν ότι η διάθεσις του διαδόχου του βασιλέως και νέου ανωτάτου άρχοντος να ανεγείρει ένα τεράστιο κτίριον, υψηλότερον του βραχώδους όρους, θα προξενούσε τρομερές καταστροφές εις την νήσον. Το ανεκοίνωσαν εις όλους τους λοιπούς, αλλά δεν εισακούσθηκαν. Το Καλόν Νόημα της Νήσου είχε πλέον απολεσθεί.

Εν τω μεταξύ, δια να ανεύρει πολυαρίθμους οπαδούς εις αντίβαρον των του ανωτάτου άρχοντος, ο διεστραμμένος Μέγας Αρχιερέας ανέμειξε άνδρες με θηλυκούς πιθήκους και γυναίκες με αρσενικούς πιθήκους. Τα πρώτα αποτελέσματα ήταν ασφαλώς εκτρωματικά, εν συνεχεία όμως ο τρισκατάρατος εμπαίκτης του Θεού επέτυχε πλέον αισθητικά αποτελέσματα. Με ακάθαρτες και αισχρές πρακτικές, κατέστησε τους πλείστους θύματά του, είτε ήταν οπαδοί του, είτε οπαδοί του ανωτάτου άρχοντα. Τώρα πλέον, οι πλείστοι εύρισκαν ενδιαφέρον εις την ηδονήν, και όχι εις την αναπαραγωγήν και την δημιουργίαν. Συνεπώς απώλεσαν και την δυνατότητα αναπαραγωγής έτσι όπως αυτή υφίστατο πρότερον. Μετετράπησαν σε ζώα πολύ κατώτερα όμως των ζώων.

Απρόσμενα έγινε τότε αντιληπτό ότι όλες οι θαυμάσιες ιδιότητες των εκεί ανθρώπων απωλέσθησαν, και έκτοτε οι άνθρωποι της νήσου περιορίσθηκαν στις συνήθεις ικανότητες των ανθρώπων των άλλων χωρών. Αυτό επεσυνέβη ακριβώς το επόμενο πρωϊνό, ύστερα από ένα μαζικό ολονύκτιο ηδονιστικό όργιο, το οποίο κατέληξε εις ανατριχιαστικάς προσφοράς γεννητικών οργάνων και οικτράς θυσίας ανθρώπων.

Εκείνη την ημέρα, οι πελώριοι σωροί των συσσωρευμένων λιβανωτών έλιωσαν από την θέρμη του ηλίου, τα δένδρα, τα οποία τα παρήγαγαν, απεξηράνθησαν μονομιάς, και βεβαίως τα φυτά, τα πετρώματα, και τα ορυκτά εσιώπησαν πάραυτα. Ακόμη χειρότερα, τα ζώα, τα ψάρια και τα πτηνά αγρίεψαν υπέρμετρα και απομονώθηκαν, έκαστον είδος εις το περιβάλλον του και ανά ομάδα.

Εκείνη η ημέρα ήταν σημαδιακή, διότι νωρίς το απομεσήμερο οι εργάτες του υπό ανέγερσιν μνημείου έφθασαν εις το ίδιο ύψος με την κορυφήν του μικρού βραχώδους όρους. Λίγη ώρα ακόμη και θα ευρίσκονταν υψηλότερα απ’ αυτό. Πολλοί εφοβήθησαν να συνεχίσουν την ανίερη εργασία των. Οι επιστάτες και οι εργοδηγοί αμέσως κατελήφθησαν από τυφλήν οργήν, ώστε να συνεχίσουν οι διστακτικοί εργάτες και μην σταματήσουν, αλλά ξαφνικά απεγυμνώθησαν. Ουσιαστικά, οι επιστάτες δεν είχαν να αντιπαλαίσουν την αιδώ αλλά την αναίδειαν, διότι ανώμαλες ηδονιστικές διαθέσεις κατέλαβαν τους πλείστους. Γι’ αυτό και αισθάνονταν γυμνοί, ενώ παλαιότερα όχι. Ξαφνικά το βουνό εξέμεσε μαύρες φλόγες, οι οποίες προξένησαν πυκνόν καπνόν, εξίσου μαύρον, ο οποίος εκάλυψε τα πάντα.

Αργά το απομεσήμερο, έγινε ένας τρομερός σεισμός, κάτι το οποίο δεν είχε γίνει ποτέ πιο πριν. Τότε, κατέρρευσαν όλα τα κτήρια, το θρησκευτικό, το διοικητικό, καθώς και όλοι οι οίκοι και ναοί. Εξίσου συνετρίβη και το υπό ανέγερσιν τεράστιο μνημείο. Διελύθη μάλιστα εις βαθμόν ώστε πάραυτα να θυμίζει σωρόν ερειπίων μάλλον ή υψιπετές μνημείον. Τέτοια ήταν η συνεχιζόμενη σεισμική καταστροφή, ώστε σύντομα όλα εχάθησαν ολοκληρωτικά και οριστικά υπό την επιφάνειαν της γης. Έτσι, εξηφανίσθησαν αι γέφυραι και οι υπόγειοι διάδρομοι προς τας μικροτέρους νήσους των ενδοτέρων λιμνών, αι λίμναι και αι νήσοι, ενώ αμέσως μετά, διαδόθηκε μία τρομερά πυρκαϊά, η οποία κατέκαυσε το καθετί και τον καθένα εις τα κεντρικά σημεία της πάλαι ποτέ θεσπεσίας νήσου. Πλέον, ουδείς ηδύνατο να έχει πρόσβασιν προς τα ένδον σημεία της νήσου, όπου τα εξαγριωμένα πτηνά και ζώα αμειλίκτως επετίθεντο εις τους εκείθεν διερχομένους, πανικοβλήτους και εκπεσόντες ανθρώπους και δεινώς τους κατεσπάρασσαν.

Οι άνθρωποι, οι οποίοι πρότερον όλοι ενδύονταν διακοσμητικώς με τα μεγάλα δροσερά και ασπρόχροα φύλλα ενός εντυπωσιακού εντοπίου φυτού, ευαρέστως τυλίσσοντάς τα επάνω τους, ευρέθησαν εις δεινήν περίστασιν, διότι το απόγευμα εκείνης της αποφράδος ημέρας όλα αυτά τα φυτά απεξηράνθησαν. Ταυτόχρονα, κατεθρυμματίσθησαν και έπεσαν κατά γης τα φύλλα-ενδύματα των αμαρτωλών και εκπεσόντων ανθρώπων της κακοτύχου και κακοδαίμονος νήσου. Ήσαν αίφνης γυμνοί, και ενοχλούντο επειδή το εσυνειδητοποίουν, αλλά δεν ήξεραν πως να καλυφθούν.

Όλοι κατελήφθησαν υπό απολύτου τρόμου. Τότε, ενεθυμήθησαν ότι κάποιος, τον οποίον πάλαι ποτέ εκορόϊδευαν, είχεν ήδη ολοκληρώσει την ανέγερσιν ενός ξυλίνου πελώριου σκάφους, και είχεν ήδη επιτελέσει την εκεί περισυλλογήν ανά ζεύγος εκπροσώπων κάθε ζωϊκού είδους. Προσέτρεξαν προς το απόμερον σημείον αλλά τότε είδαν το μέγα σκάφος να πλέει ήδη στ’ ανοικτά. Αμέσως αντελήφθησαν ότι το περιρρέον την νήσον ύδωρ είχεν ήδη γίνει αλμυρόν. Ο αρχικός ωκεανός είχε πλέον εσαεί εξαφανισθεί.

Εκείνην την τραγικήν δύσιν, μόλις ο μαύρος πλέον ήλιος εβυθίσθη εις την πένθιμον δυτικήν θάλασσαν, εξέσπασαν νέοι συνεχόμενοι σεισμοί και αλλεπάλληλοι εκρήξεις ηφαιστείων απ’ άκρον εις άκρον της νήσου. Καθώς η επιδείνωσις των εκεί συνθηκών ήτο ραγδαία, εις το μέσον της νυκτός, ολόκληρη η  νήσος κατεποντίσθη και όλοι οι κάτοικοι κατεκάησαν ή κατεπνίγησαν.

Ο Αιγύπτιος ναυαγός ήτο εκ νέου ναυαγός και σύντομα αντελήφθη ότι η επομένη ημέρα είχε ξημερώσει μόνον δι’ εκείνον και ότι ο ίδιος ευρίσκετο εις την ράχιν ενός τεραστίου κιτρινοχρόου κήτους. Σύντομα, αυτό τον μετέφερε εις τας ανατολικάς εσχατιάς της Αιγύπτου, εις την ακτήν της Ερυθράς Θαλάσσης, νοτίως της Βερενίκης, και ο ίδιος επιστρέψας πλέον εις τον τόπον του και ευχαριστήσας τον Υπέρτατον Ατούμ, κατέγραψε τη Διήγησίν του.

Ο Αρκαμάνικο είχε πλέον κατανοήσει την καταγωγήν των δύο ιερατείων εις τας αρχάς της ανθρωπίνης ιστορίας: του μονοθεϊστικού και ανεικονικού, καθώς και του πολυθεϊστικού και ειδωλολατρικού. Αυτά ήταν λοιπόν το Μπα της Ίσιδος και το Μπα της Νεφθύος.

 

Κεφάλαιο Β’: Έμπορος Λιβανωτών στην Αίγυπτο

Κεφάλαιο Β’: Έμπορος Λιβανωτών στην Αίγυπτο

Στην συνέχεια του κειμένου του, ο Αρκαμάνικο περιγράφει τις συνθήκες υπό τις οποίες άρχισε το ταξείδι του από τα Νάπατα και πως έπλευσε προς την Κάουα *15, προς το νησί με τα μεγάλα αγάλματα του Ταχάρκα, πως διέσχισε τον τρίτο καταρράκτη, πως πέρασε κοντά από τους ναούς του Αχενάτεν *16 και του πατέρα του, Αμενχοτέπ Γ’ *17, οι οποίοι είχαν ανεγερθεί κοντά στη δυτική όχθη, πως διήλθε από τις βραχώδεις νησίδες του τόσο επικίνδυνου δεύτερου καταρράκτη *18 και πως εθαύμασε από απόσταση τους λαξευτούς σε βράχους της δυτικής όχθης ναούς του Ραμσή Β΄ και της συζύγου του Νεφερταρί. Αυτούς τους ναούς με τα μεγαλεπήβολα και τεράστια αγάλματα του Ραμσή Β΄ *19, καθιστού κατέμπροσθεν των σπηλαίων, αντιπάθησε ο Αρκαμάνικο ιδιαίτερα. Εθεώρησε γελοίο μία χώρα τόσο μεγάλη όσον η Αίγυπτος, περί την οποίαν είχε σπουδάσει το καθετί, να αντιπροσωπεύεται στα σύνορα της από ένα τόσο κακό και κενόδοξο ηγεμόνα. Και αν σταμάτησε απέναντι από αυτά το πλοίο του και αν πλείστοι πήγαν να ακούσουν τον εσπερινό συριγμό του πιο βόρειου από τα τέσσερα καθιστά αγάλματα του μεγάλου ναού, ο ίδιος δεν έδωσε καμία σημασία. Αντίθετα, τα αγάλματα αυτά, βυθισμένα μέχρι τη μέση τους σχεδόν στην άμμο, του εφάνησαν ως επιθανάτιος ρόγχος, κατάρα, πρόσκληση κακοτυχίας και κακοδαιμονίας, και αλαζονική πρόκληση κατά του Θείου. Ο Αρκαμάνικο αναλύει στην συνέχεια τους λόγους, για τους οποίους θεωρεί πολύ ανόητο και ελάχιστα ελκυστικό το κυβερνητικό- διοικητικό πρότυπο του Ραμσή Β΄, ο οποίος για να επιβιώσει στην εξουσία κυβέρνησε με τους εχθρούς του ενάντια στους φίλους του.

 

Έτσι, έφθασε επιτέλους στην Τριακοντάσχοινο και προσέγγισε στον χώρο της Ιεράς Συκαμίνου *20, όπου ένας ναός είχε διευθετηθεί προς τιμήν της Ίσιδος και του Σαράπιδος. Ο Αρκαμάνικο ήταν, ήθελε να είναι, και ενόμιζε ότι ήταν πάντοτε δίκαιος και καθαρός. Δεν μπόρεσε λοιπόν να αποδεχθεί τις σκοπιμότητες ισορροπιών εξουσιαστικών και θρησκευτικών ηγεσιών, οι οποίες υποχρέωναν μονοθεϊστές ιερείς της Ίσιδος να συνευρίσκονται με τα τέκνα του Σατανά, τους σαραπικούς πολυθεϊστές και ειδωλολάτρες. Ωστόσο, εντυπωσιάστηκε και περιέγραψε διά μακρών τον θαυμασμό του για τον χώρο αυτό, όπου οι αρχαίοι Αγύπτιοι επίστευαν ότι διετηρείτο το Μόνον Δένδρον: η Ιερά Συκάμινος.

 

Αισθάνθηκε ωσάν να ευρισκόταν μπροστά στο Δένδρο της Ζωής στον Παράδεισο, εκείνο το Δένδρο τον καρπό του οποίου έπρεπε να διαλέξουν οι Πρωτόπλαστοι. Εμίλησε σε κάποιον ιερέα της Ίσιδος, ο οποίος τον οδήγησε αργά το βράδυ, λίγο πριν ξυπνήσουν όλοι οι άλλοι, σε ένα υπόγειο χώρο, όπου υπήρχε ένα περίεργα φωτισμένο δέντρο με εξώκοσμα γαλανόχροα φύλλα και κόκκινους καρπούς: αυτή ήταν λοιπόν η Ιερά Συκάμινος.

 

Ό,τι όμως ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό, ήταν ότι τότε ο εκστασιασμένος Αρκαμάνικο είδε κάτω από το Μόνον Δένδρον μία κιτρινοκόκκινη φωτιά να διαμορφώνει το πλαίσιο σύγκρουσης δύο τρομερών και απηνών αντιπάλων:

Και ο Μέγας Αίλουρος, με τρομερό μαχαίρι, έκοψε την Κεφαλήν του Όφεως.

Προχωρώντας στα βόρεια, ο Αρκαμάνικο, διέπλευσε στην Δωδεκάσχοινο *21, παρανείλια περιοχή αποκλειστικώς ρωμαϊκού ελέγχου πλέον. Ξημέρωνε έτσι για πρώτη φορά σε ξένη γη. Κατόπιν, ο Αρκαμάνικο έφθασε στον υψηλό χώρο του Μάνδουλη, στην Τάλμη *22, ύψιστο ιερό τόπο των Νουβίων της Αιγύπτου και της Αιθιοπίας, δηλαδή του αρχαίου Κους και σημερινού Σουδάν.

 

Από την αποβάθρα διέκρινα τον επιβλητικό πυλώνα στη δυτική όχθη του Νείλου. Ο ναός του πτηνόμορφου Μάλουλι είναι το τελευταίο επίτευγμα του βασιλιά μας Ακραμάνι-Κο σε συνεργασία πρώτα με την Κλεοπάτρα της Αυγύπτου και έπειτα με τον Οκταβιανό Αύγουστο. Έτσι, η επικοινωνία της Αιθιοπίας με την Ρώμη επισφραγίζεται στην πανάρχαια γη της Αιγύπτου και γύρω από τη σημασία ενός θεού των Νουβίων.

Όμως εδώ στην Τάλμη, οι Κουσίτες, Αιγύπτιοι και Νούβιοι ιερείς αποφάσισαν να εξοβελίσουν τα αρνητικά χαρακτηριστικά του πτηνού και να το καταστήσουν ένα δείγμα της Ευφορίας μετά την Νίκη του Ώρου πάνω στον Σηθ. Ένας Κουσίτης ιερέας είχε σταθεί πρό του πυλώνα και μας περίμενε. Είχε έλθει εδώ για να περάσει όλη την υπόλοιπη ζωή του. Ήταν άνθρωπος της μεγάλης ερήμου στα δυτικά της Κάουα. Ήταν ο άνθρωπος των Άστρων, των Κομητών, και του Μεγάλου Ζωδιακού στο Στερέωμα. Στα χείλη του ο πόνος γινόταν μέλι και η πληγή έκλεινε. Ύστερα από πολλή ώρα συζήτησης μου είπε :

-Ο ναός ολοκληρώθηκε ήδη, έστω και αν εσύ, Αρκαμάνικο, δεν το πιστεύεις καθόλου αυτό.

Τι μπορούσα να αντιτείνω; Ενόμισα ότι ήταν τρελλός. Ποιος είχε ποτέ του δει πυλώνα ναού, εξωτερικό τοίχο και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη εντελώς άδεια, κενά, και ανεπίγραφα, και φανταστεί ότι αυτός ο ναός είχε ολοκληρωθεί; Υπάρχει ναός ο οποίος δεν καλύπτεται ολόκληρος από ανάγλυφα κείμενα και παραστάσεις; Ο σοφός ιερέας με τα αστρικά μάτια κατάλαβε την σκέψη μου και είπε με υποβλητική φωνή:

-Ο ναός αυτός είναι διαφορετικός, και όπως ο κάθε ναός είναι μοναδικός. Θέμα του είναι η Ευφορία μετά τη Νίκη του Ώρου επί του Σηθ, και η ιδεατή τότε ζωή και κοινωνία. Όμως, τι μπορεί ο άνθρωπος να μάθει για καθετί το σχετικό, αν δεν του το προσφέρει ο Θεός; Πόσοι κορυφαίοι σοφοί ανέφεραν κάτι για μία περίοδο τόσο ύστερη;

-Όμως, για την Έσχατη Σύγκρουση πολλά είναι γνωστά.

-Και πολλά όχι. Και πολλά θα γίνουν γνωστά σε λίγο. Όμως, για το τι θα επακολουθήσει μετά την Νίκη του Ώρου ελάχιστοι γνωρίζουν, και αυτοί ακόμη γνωρίζουν πολύ λίγα στοιχεία. Ξέρουμε ίσως το πλαίσιο, αλλά όχι και τις λεπτομέρειες. Ίσως σε λίγο, ίσως σε λίγο.

-Όμως τότε, γιατί να κτισθεί ένας ναός για τα τόσο λίγα κείμενα που αντιστοιχούν στα όσα σχετικά είναι γνωστά, και να μείνουν έτσι πλείστα όσα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού ανεπίγραφα;

-Όπως ξέρεις, το ότι γράφεται κάτι σημαίνει ήδη κάτι το ιδιαίτερο για το συγκεκριμένο κείμενο. Το να μείνουν οι συγκεκριμένοι χώροι ανεπίγραφοι σημαίνει λοιπόν ήδη κάτι. Το να καλυφθούν κάποια μόνον αρχιτεκτονικά μέλη κι αυτό σημαίνει κάτι το ιδιαίτερο. Καταλαβαίνεις, μικρέ Αρκαμανίκο;

-Όμως γιατί ισχυρίζεσαι ότι πολλά θα γίνουν γνωστά σε λίγο;

-Διότι αυτό είναι πλέον γνωστό. Ένας άνθρωπος γεννήθηκε, ένας σημαντικός προφήτης, ο οποίος θα οδηγήσει όλους τους αρνητικούς στη χειρότερη πλάνη τους. Θα πει πολλά για τον επόμενο προφήτη, για την τελική σύγκρουση του Ώρου με το δημιούργημα του Σηθ, και για την μετά την Νίκη του Ώρου τέλεια κατάσταση η οποία θα επικρατήσει. Πήγαινε στην Μπεχεντέτ *23, στάσου μπροστά στους ιερείς με το δεξί χέρι πάνω στο αριστερό, με το μικρό δάκτυλο του αριστερού χεριού ανάμεσα στον δείκτη και στον μέσο του δεξιού χεριού. Θα σου μιλήσει ο Μέγας Αρχιερέας. Σε περιμένει.

-Με περιμένει;

-Ακριβώς. Όπως σε περιμέναμε και εδώ. Γνωρίζουμε ποιος είσαι και τι θα κάνεις. Εσύ θα γνωρίσεις και θα βοηθήσεις αυτόν τον προφήτη και τους φτωχούς μαθητές του. Η απόπειρά τους θα αποτύχει, έτσι ώστε να στηθεί η παγίδα, την οποία αυτός θα στήσει σους αρνητικούς. Σήμερα το βράδυ, η προφήτις του Μάλουλι θα σου μιλήσει για το μέλλον σου.

Ανήσυχος εκείνο το βράδυ ανέβηκα στο παρεκκλήσι στην οροφή του ναού. Όλα έδειχναν ότι για μένα κάτι το μεγάλο ετοιμαζόταν. Ανάμεσα σε ένα ολόχρυσο τζεντ και σε ένα αργυρό σείστρο *24, η ιέρεια και προφήτις του Μάλουλι ήταν ένα εντυπωσιακό θηλυκό πτηνό *25. Μπροστά της σε ένα μικρό βωμό έκαιγε μία καταγάλανη φλόγα, ενώ ένα μείγμα λιβανωτών με υποβλητική σμύρνα έκαιγε ολόγυρα. Με το εντυπωσιακό νεύμα της με έκανε να γονατίσω μπροστά στο βωμό.

Τότε η σμύρνα και η γαλανόχροη φλόγα αναμείχθηκαν και διαδοχικά άρχισαν να ξεπροβάλλουν ποικίλες εικόνες σαν σκηνές από το μέλλον.

Εγώ, σε μία πάλη εξαγριωμένου πλήθους, …

Ένας εξαγριωμένος άνδρας ο οποίος θύμιζε Αραμαίο, Φοίνικα ή Ιουδαίο, εισέρχεται *26 σε ένα ασυνήθη για την Αιθιοπία ή την Αίγυπτο ναό, …

Εγώ, σε μία κορυφή απρόσιτου βουνού με πελώρια αγάλματα *27 καθιστών μορφών εντελώς ασυνήθιστων σε Αιθιοπία και Αίγυπτο, …

Εγώ, σε μία κορυφή κατάξερου υψώματος στην άκρη μίας ορεινής πόλης όπου υψώθηκε ξαφνικά στον ουρανό ένας πελώριος, ξύλινος, αποκρουστικός, σταυρός και η αποτρόπαια εικόνα ενός σκοτωμένου ανθρώπου, καρφωμένου πάνω στον σταυρό, ο οποίος ανέζησε *28 …

Εγώ, σε μία βαθυγάλανη λίμνη, περιτριγυρισμένη από διάφορα κτήρια και ολόγυρα προστατευμένη από ένα τείχος, σε ένα ορεινό τοπίο, *29  …

Εγώ, σε μία ορεινή πόλη με πανύψηλα κτίρια στην άκρη της ερήμου και ανάμεσα σε βουνά, *30 …

Εγώ, σε ένα πλεούμενο ανάμεσα σε πελώρια κύματα θαλάσσης, …

Εγώ, ανάμεσα σε περίεργες τεράστιες πυραμίδες με μικρούς ναούς στην οροφή τους, σε ένα τόπο μεγάλου και πυκνού δάσους,*31  …

Εγώ, σε μία πόλη βαθμιδωτά χτισμένη σε μια εντυπωσιακή βουνοκορφή μέσα σε μια οροσειρά, *32 …

Εγώ, οδοιπορώντας κατά μήκος ενός περιέργου μακρυτάτου τείχους το οποίο διέσχιζε μιαν ολόκληρη χώρα, *33 …

Εγώ, σε μία ορεινή πόλη με περίεργους πανύψηλους στύλους, κάποιους όρθιους και κάποιους πεσμένους κατά γης, όλους ανεγερμένους πάνω σε μία εντυπωσιακή και μεγάλη εξέδρα σε ένα χώρο από τον οποίον εκκινούν υπόγειοι διάδρομοι που οδηγούν σε ένα χώρο φυλασσόμενο από μεγάλους πιθήκους, μέσα στον οποίο υπάρχει ένα εντυπωσιακό κιβώτιο με δύο πινακίδες σε άγνωστη σε μένα γραφή, *34 …

Και ακόμη πιο πολύ,

Εγώ, σε μία ανοίκεια και ανίερη σκηνή όπου πάνω σε ένα ξηρό και χωρίς βλάστηση λόφο επιχειρήθηκε να καρφωθεί ένας εξουθενωμένος άνθρωπος πάνω σε μία ξύλινη κατασκευή, πριν ξαφνικά χυθεί ένα εκτυφλωτικό φως και ξεσπάσει ένας τρομερός εκκωφαντικός θόρυβος, γεγονότα μετά τα οποία ευρέθηκε τελικά κάποιος άλλος άνθρωπος πάνω στην ξύλινη κατασκευή *35 …..

Η ιέρεια και προφήτιδα μου εξηγούσε ποια ήταν όλα τα μέρη αυτά, πως θα πήγαινα εκεί, τι θα έκανα, και που θα πήγαινα στο τέλος της ζωής μου. Αλλά ήταν αυτά ως αινίγματα πρωτάκουστα, ως διαλογισμοί περίπλοκοι, αχανείς και χωρίς τέλος, και ως νύξεις αμφίσημες από κάθε άποψη. Εγώ θα έπρεπε στην συνέχεια και εντελώς μόνος να ανασυστήσω το ήδη παρελθόν μου ως μέλλον μου και να δω κατάματα όλη την αλήθεια των μυστηρίων της ζωής μου.

Τώρα, όταν καταγράφω αυτή την σκηνή του μακρυνού μου παρελθόντος, ίσως δεν φαντάζει και τόσο τρομερή, όμως ανάμεσα στις σκηνές οι οποίες ξεπρόβαλλαν από την γαλανόχροη φλόγα μεσολαβούσαν σκοτεινά διαλείμματα, στην διάρκεια των οποίων ευρισκόμουν σε άγνωστους σκοτεινούς χώρους, και εκεί συνταντούσα περίεργα, αλλόκοτα, εξαγριωμένα, και άκρως επιθετικά ψυχικά θηρία, τα κυρίαρχα πνεύματα της γήϊνης εφαρμογής, τους επιληπτικούς κυρίαρχους των πλανητών, τους μανιασμένους στοιχειακούς του Πυρός, τους ζωόμορφους υποκριτές των ζοφερών υποπεδίων, τους αβυσσαλέους κυρίους του Αέρος, τους ασφυκτικούς συμπιεστές της Γαίας, τους διεστραμμένους απορροφητές ενεργειών, τις υστερικές και αδηφάγες νυμφοσκέψεις, τους δηλητηριώδεις εξοστρακισμένους των υψηλών σφαιρών, τα αποτρόπαια στοιχεία του ψυχικού κόσμου από τα οποία εγλύτωνα στο τέλος κάθε φορά ως εκ θαύματος.

Βγαίνοντας από το ναό μόνος, μη έχοντας την δύναμη και την αντοχή να δω τους φύλακες, κατάφερα να αντιληφθώ ότι μόλις άρχιζε να ξημερώνει.

Στη συνέχεια του κειμένου, ο Αρκαμάνικο αναφέρεται στην ριψοκίνδυνη ναυσιπλοΐα στον πρώτο καταρράκτη του Νείλου, όπου από μακριά είδε το νησί του Τέλους και τον εντυπωσιακό ναό της Ίσιδας εκεί. Συνεχίζει μιλώντας για την άφιξή του στο νησί της Ελεφαντίνης, τις λεπτομέρειες του ελλιμενισμού, της καταγραφής ειδών στο λιμεναρχείο και στο τελωνείο, της επαφής με ορισμένους εμπόρους, των πολλών εσόδων του, της επίσκεψης του στο ναό του Χνουμ, και της πρώτης επίσκεψής του στην πόλη της Συήνης απέναντι από την Ελεφαντίνη.

 

Ο Αρκαμάνικο είχε ιδιαίτερα εντυπωσιασθεί από το παράξενο κτήριο επάνω στα επιβλητικούς βράχους της ανατολικής όχθης του Νείλου, απέναντι από το λιμάνι της Ελεφαντίνης *36. Αναφέρει στην συνέχεια παραδόσεις για υπόγειους διαδρόμους, οι οποίοι αρχίζουν από εκείνο το σημείο και συνδεόμενοι με άλλους οι οποίοι εκκινούν από τις Φίλες, φθάνουν στα πλέον απίθανα μέρη του κόσμου: στην Ασσυρία, στην βορειοδυτική Αφρική, στην βορειοανατολική Ασία, στην ανατολική Αφρική. Όμως το κτήριο εκείνο, φαραωνικό ανακτορικό, ήταν απροσέγγιστο για τους πλείστους, καθώς οι ολιγομίλητοι φρουροί και ιερείς, υπηρέτες και αυλικοί δεν άρχιζαν εύκολα διάλογο με κανένα. Έτσι, ο Αρκαμάνικο φθάνει στην ιδιαίτερη αναφορά του: στην μύησή του στο ναό της Ίσιδος στις Φίλες.

 

 

 

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ – Κεφάλαιο  Α’:  Η Ανυποψίαστη Αρχή

Κεφάλαιο  Α’ :  Η Ανυποψίαστη Αρχή

Η Δόξα του Υπερτάτου Ρα, του Κυρίου, του Δημιουργού Όλων των Κόσμων *1, η Αιώνια Ακτίνα του, η Ενεργός Ζωή η οποία απορρέει από κάθε Ευχή Του, και η Μυστική Θέληση του Είναι Του ας κατευθύνουν τον ταπεινό ιερέα Αρκαμάνικο στην περιγραφή της ζωής του και των ταξιδιών του, της δράσης του και των ιδεών του οι οποίες δεν ήταν παρά μία μικρή σταγόνα από το νερό του Ουράνιου Νείλου και σκοπό δεν έχουν παρά την τελική νίκη του Ώρου πάνω στις δυνάμεις φθοράς τις οποίες διακινούν ο Σηθ και η Νεφθύς.

Μακάριος αυτό ο οποίος θα ανεύρει πρόωτος, διαβάσει πρώτος, και κοινοποιήσει πρώτος αυτό το κείμενο, διότι θα ευτυχήσει την στιγμή της δυστυχίας του και θα δει πρώτος και μόνος ένα μοναδικό, ανέσπερο φως. Μεγάλα και τα χρόνια της ζωής του, διότι τότε είναι γραπτό όλα να συμβούν, όπως η Ισίδα γνωρίζει ως κάτοχος των θείων δώρων. Ευήμερος και εγώ ο οποίος τον είδα και έζησα τον χρόνο των στιγμών του και την αξία των απωλειών του, την οποία θα ανταλλάξει με την τιμή της ανάπαυσής του.

Εγώ είμαι ο Αρκαμάνικο που γεννήθηκε στα χρόνια του Κόρε *2 Αρκαμάνι, μόλις δέκα χρόνια μετά τον θάνατο της Κλεοπάτρας της Αιγύπτου και την άφιξη του Ρωμαίου Οκταβιανού Αυγούστου στην Αλεξάνδρεια *3. Εγώ υπήρξα γιος του Νετεκαμάνι, ιερέα του Απαντέμακ των Ναπάτων, ο μεγαλύτερος από τα επτά τέκνα του.

Γεννήθηκα στο σημείο όπου το Κοίλον Ιερόν Όρος ρίχνει την σκιά του, στην πόλη των Ναπάτων, την ιερή και παλαιά πρωτεύουσα του Κας, πόλη η οποία τώρα βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα μετά την Μερόη, την μητρόπολη του Κουσιτικού Νότου. Πολλά και τίποτα το ιδιαίτερο είναι η αφήγηση των παιδικών μου χρόνων, όταν πολλοί συγγενείς μου ήταν άρρωστοι και εγνώριζαν τον πόνο και την δυστυχία ως δοκιμασία κατά το πέρασμά τους από τον επίγειο κόσμο.

Ήταν μια μέρα του τέλους του Απριλίου και των αρχών του Μαΐου *4, και θα ήμουν 9-10 ετών, όταν καθισμένος μέσα σους αγρούς με την μεγάλη βλάστηση και τα ερυθρά, λευκά και κίτρινα άνθη, και όχι μακριά από τα ευλογημένα ύδατα, καλύφθηκα από το εκπληκτικό φως της μεσημβρίας. Άκουσα μία μεγάλη φωνή τότε να μου λέει:

-Μεγάλος είναι μόνον Αυτός ο οποίος αλλάζει την θρησκεία.

Πέρασαν πολλά χρόνια πριν καταλάβω το βαθύ μήνυμα αυτής της πρότασης. Διότι υπάρχουν πολλές θρησκείες, οι οποίες θυμίζουν η μία την άλλη, πολλές θρησκείες, οι οποίες φαίνονται η μία αντίθετη της άλλης, όμως πέρα από αυτές υπάρχει η μία, μόνη, και αληθινή Θρησκεία: η Επικοινωνία με το Θεό. Ποια θρησκεία πρέπει λοιπόν ένας μεγάλος άνθρωπος να αλλάξει και για την χάρη ποιας άλλης;

Θα ήμουν περίπου δώδεκα ετών, όταν κάποιος ιερέας του Άμμωνα των Ναπάτων θέλησε να με συναντήσει. Ήταν κάτι το περίεργο. Ο μάλλον καχεκτικός και φιλάσθενος αυτός άνθρωπος είχε σπουδάσει πολλά πράγματα, μέχρι και τις βαθύτατες κοιλότητες του Μπα *5, όμως δεν είχε καθόλου μελετήσει πως να με εντυπωσιάσει. Με την μετριοπαθή, αντίθετη στα άκρα, στάση του μου έγινε σύντομα πολύ ενοχλητικός. Τι μπορούσε να διδάξει ένας μοιρολατρικός ιερέας, ένας υποταγμένος στην ανέχεια του Φθα, ένας πιστός του πάσχοντος θεού; Αποφάσισα να μην έχω περαιτέρω επαφές μαζί του, και τον άφησα μόνο του στις κολώνες της απόστυλης αίθουσας. Αρνήθηκα να δεχθώ να μου δείξει αυτός τις υπόγειες κοιλότητες κάτω από το Ιερόν Όρος.

(Αλ Ουκσούρ – Λούξορ, 5-6-1997 – 11:06)

Λίγο καιρό αργότερα, αφού απέρριψα αυτόν τον ιερέα, κάποιος άλλος ιερέας εμφανίστηκε στην ζωή μου. Θα ήμουν περίπου δεκατεσσάρων ετών, όταν μία γνωστή γυναίκα πρότεινε στον πατέρα μου να συναντήσω τον άνδρα της αδελφής της, έναν ιερέα της Ίσιδας. Περίεργες καταστάσεις και ανησυχίες με είχαν καταλάβει ήδη από τα δώδεκα χρόνια μου, χωρίς ωστόσο να μπορώ να τις κυριαρχήσω ή ελέγξω. Αυτές αποτελούσαν το κύριο στοιχείο της προσωπικής μου ζωής, αν και η γνώμη του περισσότερου κόσμου για μένα τότε εστιαζόταν στις υπερβολικά ασυνήθιστες για νεαρό παιδί γνώσεις μου για τις οποίες όλοι εκφράζονταν θαυμαστικώς. Σ’αυτή την κατάσταση, και με αυτή την εκκίνηση, άρχισα να συναντώ τακτικά αυτόν τον μεσήλικα ο οποίος έδειχνε επίσης αδύναμος και πιο ηλικιωμένος από όσο ήταν, το πνεύμα του όμως απέπνεε ένα νεανικό χαρακτήρα και μία ικανότητα αντίληψης νέων δεδομένων. Αυτός τουλάχιστον μπορούσε να καταλάβει καλύτερα την εφηβική επιθετικότητα. Συναντιόμασταν λοιπόν συχνά και αυτός προσπαθούσε να μου εξάψει κάθε φιλοδοξία προς την γνώση, την ιστορία, την σοφία, την δύναμη, την κοινωνική άνοδο και προβολή, τον πλούτο, την ισχύ και την επιβολή. Ίσως του άρεσε ο χαρακτήρας μου, ριψοκίνδυνος και πείσμων, υπερβολικός και ακραίος. Ίσως όμως μόνον να έδειχνε κάτι τέτοιο. Αυτή η μύηση στην Ίσιδα ήταν σχετικώς περίεργη διότι αρχικά πήρε την απλή μορφή ανταλλαγής σκέψεων και ιδεών, όχι της αφ’ υψηλού διδασκαλίας. Και ως περίεργη ήταν ύπουλη.

Αργότερα, στα 15-16 χρόνια μου, άρχισα τις πιο βαθιές σπουδές μου, κυρίως στα ναϊκά τμήματα κοντά στη δυτική νεκρόπολη που είναι στα ανατολικά του Νείλου *6. Η δυτική νεκρόπολη με τις πυραμίδες, που χρονολογούνται κάπου 700-800 χρόνια πριν από τη εποχή μας, είναι ουσιαστικά στην ανατολική όχθη. Είναι όμως, κατά πρωτοτυπία για ολόκληρη την κοιλάδα του Νείλου, μια ανατολική νεκρόπολη. Αυτό πάντοτε θεώρησα ιερόσυλο και ανίερο, γι’αυτό και ουδέποτε αποδέχθηκα την δυναστεία του Πιάνκχι και του Ταχάρκα και όλους αυτούς ως αυθεντικούς Κουσίτες. Αυτή η παράταιρη και άπρεπη νεκρόπολη ευρίσκεται σε απόσταση δύο ωρών πορείας νότια από το Ιερό Όρος.

Εκεί, και μέσα σε μάλλον αντίξοες συνθήκες, έμαθα να γράφω τη γλώσσα μου, τα μεροϊτικά, και στις δύο υπαρκτές γραφές, την ιερογλυφική και την γραμμική, όπως επίσης τη γλώσσα των Θεών και τις άλλες γραφές της Αιγύπτου, την γραφή των ιερέων *7 και τους επισεσυρμένους χαρακτήρες των γραφέων *8. Αλλά η ιερότητα του εκεί χώρου είχε παραβιασθεί και για τον λόγο αυτό, ήθελα να φέρω σύντομα εις πέρας την εκεί παραμονή μου.

Όπως και ποτέ δεν πρόσφερα τιμές στην πιο πρόσφατη, ανεγερμένη σε εξίσου λάθος τοποθεσία, νεκρόπολη η οποία στην άκρη των Ναπάτων βρίσκεται κοντά στην νότια υπώρεια του Κοίλου Ιερού Όρους. Αυτή η νεκρόπολη είναι μία προσβολή για το Ιερό Όρος.

Κατ’ εκείνα τα χρόνια, μελέτησα ωστόσο ακόμη τη γνώση του Θείου, τη γνώση του ανθρώπου, την επιστήμη της γης, των άστρων, των αριθμών, την ιστορία της χώρας μου και την ιστορία της Αιγύπτου, τους μύθους, τα σύμβολα, και τις μορφές ποίησης στις δύο γλώσσες, την επιστήμη του σώματος του ανθρώπου, τις επιστήμες των φυτών, των ζώων και των ορυκτών, και και την Επιστήμη του Ψυχής του Ανθρώπου. Εγνώρισα το Ύδωρ, την Θάλασσαν, την Γαίαν, τον Αέρα, και τον Αιθέρα εντός μου *9.

Θα μπορούσα να συνεχίσω τις σπουδές μου στα Νάπατα, στους μεγάλους ναούς κατέμπροσθεν του Ιερού Όρους. Όμως, ούτε εγώ το ήθελα, ούτε και ο αυτόκλητος πνευματικός μου πατέρας, ο ιερέας της Ίσιδας, μου το συνέστησε. Οι πυραμίδες κοντά στο Ιερό Όρος και η νεώτερη δυτική νεκρόπολη προσέβαλλαν την ιερότητα και μείωναν την θετική ακτινοβολία του Ιερού Όρους. Μαύροι στην ψυχή ήταν οι κλειδοκράτορες των εκεί ναών. Κάθε θετική δίοδος κάτω από το Ιερό Όρος είχε κλεισθεί. Οι κρουνοί άνωσης καταστραφεί. Απέναντι, στην δυτική όχθη του Νείλου, υπήρχε η ύστατη νεκρόπολη των Ναπάτων, αρκετά βορειότερα από την ίδια την πόλη. Όμως οι ναοί καντά στις εκεί πυραμίδες επέτρεπαν την εξειδίκευση μόνο στην μουμιοποίηση, στην γνώση του Κάτω Κόσμου, και στην Επιστήμη των Θηλυκών Ευωδιών της Ανατολής *10. Αυτά δεν ήταν το επίκεντρο των ενδιαφερόντων μου.

Οπότε, ανεχώρησα για την Μερόη με μεγάλη αποφασιστικότητα και ορμή. Εκεί, στα νότια, όλες οι πυραμίδες και ολόκληρη η βασιλική νεκρόπολη, τρία ιδιαίτερα σύνολα πυραμίδων είχαν ανεγερθεί στα ανατολικά του Νείλου. Αυτό ήταν εξίσου αρνητικό *11. Όμως εκεί ήταν και ο Ναός με τα Λιοντάρια, και προπάντων ο Ναός του Ηλίου, τετραγωνικός και συμμετρικός, εξαίρετος και τέλειος ως προς την αρχιτεκτονική του σύλληψη. Ο τεκτονικός αυτός ναός στέγαζε τις ιεροτελεστίες των αρχιερέων του Ρα γύρω από τη Τράπεζα του Ήλιου. Οι σπουδές στην Μερόη, κοντά στην Τράπεζα του Ήλιου, με εξοικείωσαν με το ηλιακό ημερολόγιο και με το δεκαδικό σύστημα, με τον κόσμο των Αρσενικών Λιβανωτών του Νότου, και με την αποδεικτική τελειότητα του τετραγώνου.

Εκείνα τα χρόνια είχα αρχίσει να ταξιδεύω. Επήγα λοιπόν στην Πόλη των Ελεφάντων *12, άλλο μεγάλο κέντρο σπουδών στην Νήσον Μερόην, και εμελέτησα την φύση, και πιο ιδιαίτερα, την ψυχική διάθεση, την νοοτροπία και την συμπεριφορά, την κοσμοαντίληψη και τις αντιδράσεις των ζώων. Σκέφθηκα ότι έτσι θα μπορούσα να μάθω καλύτερα την βάση όλων των αιγυπτιακών συμβολισμών. Στην Ελεφάντων Πόλιν εσπούδασα στον ανακτορικό ναό, ο οποίος δεν είναι παρά ένας ιερός χώρος ανεικονικών μονοθεϊστών *12, χωρίς ανάγλυφες πραστάσεις, χωρίς αγάλματα, χωρίς απεικονίσεις, και χωρίς τοιχογραφίες.

Έτσι, στα 20 μου χρόνια, έφθασα στον χώρο της καταγωγής του πατέρα μου, ακόμη πιο νότια από την πόλη των Ελεφάντων, στον Χώρο του Απαντέμακ *13. Εδώ, κοντά στο βουνό, οι λεοντόμορφες σφίγγες διαμόρφωναν μία έντρομη πορεία εισόδου στον Ναό της Αυστηρότητας του Θεού *14. Εδώ υπηρετούσε ο λιτός, απέριττος, μετρημένος, και μειλίχιος πατέρας μου. Λεκτικά δεχόμουν όλη την Θεωρία την Θεόσταλτης Τιμωρίας, όλο τον Διαλογισμό της Αυστηρότητας, ολόκληρο το πλαίσιο των Απαραβάτων Κανόνων. Όμως πρακτικά, τα ξεχνούσα, τα υποτιμούσα, τα παραβίαζα όλα. Μια στιγμή δεν υπήρξε κατά την οποίαν να μην σημειωνόταν μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στους λόγους και στα έργα μου.

Μία πρώτη τιμωρία ήταν ο θάνατος της μητέρας μου. Ήμουν 20 χρονών περίπου. Έμενα πλέον με τον πατέρα μου, τον παππού μου, και τα αδέλφια μου. Τρομερή απώλεια την οποία νοητικά αμέσως θεώρησα, συναισθηματικά όμως δεν αντιλήφθηκα, αν και είχε συμβεί. Ως εκ τούτου, στις νοητικές αναζητήσεις μου δεν υπήρχε χώρος για συναίσθημα. Έτσι, δεν αισθανόμουν πόσο συναισθηματικός ήμουν και πόσο συχνά προσέκρουα σε αντιξοότητες χωρίς να το καταλαβαίνω και επειδή δεν προσπαθούσα να το καταλάβω. Έχασα έτσι ένα τμήμα του κόσμου και ένα δρόμο προς την Αλήθεια. Κατέληξα να γίνω το άτομο της θεωρητικής αυταρέσκειας και των ιδεολογικών αυτοσυγχαρητηρίων, ένας άνθρωπος ο οποίος δεν έβλεπε ότι η παραγνώριση του συναισθήματος τον οδηγούσε σε σχετική αυτοάγνοια και σε απόλυτη έλλειψη αυτοελέγχου. Πως να ελέγξεις ό,τι πιστεύεις ότι δεν έχεις;

Όλο αυτό το τραγικό γεγονός με έσπρωξε όμως σε περισσότερες σπουδές, σε περισσότερες αναζητήσεις, αλλά και σε περισσότερη ροπή προς τη βία και το κακό. Παίρνοντας προσωπικά το καθετί, αντί να διακρίνω πίσω από το καθετί μία υπέρτατη ανοχή, οδηγήθηκα στην μνησικακία, στη χαιρεκακία, στην μωροδοξία, στην αλαζονεία. Ο αυτόκλητος πνευματικός μου πατέρας αντιλαμβανόταν τα πάντα αλλά δεν μιλούσε. Αργότερα κατάλαβα ότι δεν ήθελε να με βοηθήσει να γίνω ένας πραγματικός άνθρωπος, αλλά αυτός τον οποίον εκείνος θα ήταν ικανός να χειραγωγεί κατά το δοκούν. Ήθελε να γίνω ένας άνθρωπος συγλκονισμένος από μία μεγάλη πτώση και από μία ακόμη μεγαλύτερη επανάκαμψη, κάτι το οποίο θέτει τον άνθρωπο εκτός των προσδιορισμένων από τον Ρα ορίων.

Μέσα σ’αυτό τον αξιοδάκρυτο περίγυρο ψευδών συγχαρητηρίων και καταστροφικής ανόδου, μία μυστική αίσθηση και ανάγκη ευσεβείας άρχισαν να διαμορφώνονται. Ο βαθύς Αρκαμάνικο εξεγειρόταν κατά του επιφανειακού. Η αληθινά προτιμητέα οδός διαφαινόταν. Ήταν ανηφορική αλλά αποτελούσε εγγύηση για την υπολαβή της άφεσης των αμαρτιών. Ήταν η πορεία προς την εξιλέωση. Ασυναίσθητα οδηγήθηκα προς αυτή την κατεύθυνση και την υλοποίηση της, προς την εξερεύνηση του εαυτού μου, και προς την ανακάλυψη του προορισμού μου μέσα σε αδιάκοπτα και ατελείωτα ταξείδια.

Κατενόησα έτσι ότι το Ύδωρ και η Θάλασσα εναλλάσσονται χωρίς να αναμειγνύονται, το Πυρ είναι μια διαστροφική αλλοίωση της Θάλασσας, ο πραγματικός Αήρ είναι η Γαία, η αληθινή Γαία είναι το Ύδωρ, και το ουσιώδες Ύδωρ είναι ο Αιθήρ. Αυτά σημαίνουν ότι ο Αήρ είναι η απόσταση στον Μη Χώρο, και η Θάλασσα είναι η στιγμή στον Μη Χρόνο. Συνεπώς, ο Αήρ συνδέει το Είναι με το Γίγνεσθαι, ενώ η Θάλασσα αποληγει στο Μη Είναι. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς! Ό,τι υπάρχει ως Θάλασσα είναι η άρνηση της Δημιουργίας, δηλαδή μία υπερ-αρνητική συνέχιση του προ της Δημιουργίας Χάους και Ερέβους. Δημιουργία είναι η επιβολή της Αρχής επί της Ύπαρξης, η αμετάκλητη νίκη του Αιθέρα, και η εγγύηση ότι το Τέλος της Παρούσας Τάξης αποκλείεται να οδηγήσει πίσω στο Χάος και στο Έρεβος. Ο επόμενος Κόσμος μετά την Συντέλεια δικαιωματικά θα στερηθεί το Πυρ, την Θάλασσα, και την Άρνηση. Και ευτυχώς για τους Δικαίους, ο Αιθήρ είναι η ίδια η φύση του Είναι, η πεμπτουσία της Ψυχής, και η αρχή της Ύλης.

‘Ομως, ήδη από εκείνα τα χρόνια, κοιτώντας τα άστρα, έβλεπα πολύ καθαρά ένα τρομερά τραγικό μέλλον, το οποίο η μοίρα επεφύλασσε για μένα, καθώς και μία ύστατη, τελική και τελεσίδικη ευτυχία μεταγενέστερων ημερών, η οποία ήταν τόσο ασαφής, όσο σαφής ήταν η λεπτομερειακή γνώση της επερχόμενης τραγικής πρώτης περιόδου της ζωής μου. Όμως θα μπορούσα εγώ, ο ανυπόμονος και βιαστικός άνθρωπος, να υπομείνω, να περιμένω, να βαστάξω, και να αντέξω;

Τώρα στο βαθύτατο γήρας μου, όταν κυττάζω τη ζωή μου προς τα πίσω, ευχαριστώ τον Υπέρτατο Ρα, για την Ευλογία των δοκιμασιών και των στερήσεων, των αντιξοοτήτων και των κακοδαιμονιών, επειδή όλες τους μου ήταν Ευτυχία. Όμως όταν συνέβαιναν τότε, ήταν μία στιγμή άγχους η οποία φαινόταν ως αιωνιότητα θλίψης. Η κάθε μία τους ήταν μία στιγμή αγωνίας αλλά φαινόταν μιά αποπνικτική χιλιετία χωρίς Γαία και χωρίς Αέρα.

Με βλέμμα βαθύ και βήμα βαρύ είχα ετοιμασθεί να φύγω για πρώτη φορά προς τα βόρεια, στην Αίγυπτο, ως έμπορος λιβανωτών. Και όπως τα άστρα πέφτουν στο Νότο, έπεσε, έσβυσε, και ξεχάσθηκε για πάντα μία ζωή είκοσι δύο ολόκληρων χρόνων, η οποία ίσως ήταν ήδη πιο γεμάτη από έξι ζωές άλλων ανθρώπων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πρόλογος

(Κάϊρο, 25-2-1997 – 15:44)

Η μνήμη μου με φέρει πίσω *1, και σ’αυτό το ζεστό απομεσήμερο με υποχρεώνει να ανοίξω την καρδιά μου, να εκφράσω την σκέψη μου, και να κινήσω το χέρι μου με σκοπό την αποκάλυψη των τόσων εμπειριών που με καθήλωσαν, με διεμόρφωσαν, και με συγκλόνισαν τα τελευταία χρόνια. Λίγα λεπτά πιο πριν, το διαπεραστικό ασημόχροο βλέμμα ενός ρακένδυτου ζητιάνου, καθώς εκπορεύθηκε από τον φαιόχροο χιτώνα του, αφήνοντας το όπισθέν του πλαίσιο του Νείλου να χάσκει πίσω από την γνωστή μου, την ‘δικιά μου’ όπως συνήθως λέω, γέφυρα *2, ήταν το τελευταίο σημείο ότι η ώρα γι’αυτή την καταγραφή είχε πλέον φθάσει.

Χάθηκα λοιπόν μέσα στην μυρωδιά του κάχουα (ατ-)τόρκι, στους λιβανωτούς του πλανόδιου αναθυμιατιστή, και στο παρανείλιο αεράκι, που τη χάρη του ζητούσαν και ο ήλιος και τα περαστικά σύννεφα, και, κοιτώντας στα νότια, θυμήθηκα την ζωή του Αρκαμάνικο, τα μυστηριώδη χειρόγραφά του, και τη δική μου περιπέτεια, όλα αυτά τα οποία διαδραματίσθηκαν μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα πιο νότια, πάντοτε όμως γύρω από την ίδια κοίτη, τον ίδιο περιστρεφόμενο και αναδυόμενο μοχλό: τον Νείλο.

Θυμήθηκα πως πριν από μερικά χρόνια, μια περίεργη μέρα, νότια στο αχανές Σουδάν, την Αιθιοπία των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, είχα θελήσει να μετακινηθώ σε κάποια ασύχναστα μέρη βορειοανατολικά της Καρίμα, η οποία δεν είναι άλλη από τα περίφημα Νάπατα, την πρωτεύουσα του σουδανικού κράτους Κους, την πόλη την οποίαν πρώτος είχε δοξάσει ο Ταχάρκα, εφόσον από εκεί κυβερνούσε και στο Σουδάν και στην Αίγυπτο, και ύστερα είχαν διαδοχικά ισοπεδώσει ο Ψαμμήτιχος Β’ και ο Αχαιμενίδης Καμβύσης.

Σ’ εκείνα τα μέρη, όπου δρόμος είναι η άμμος της ερήμου και είναι ερημικοί οι δρόμοι, το φορτηγό το οποίο με μετέφερε, μαζί με άλλους Σουδανούς, με μπαγκάζια και με σάκκους γεμάτους ξερά χαρούπια, αφού αναπήδησε και τραντάχτηκε πολλές φορές, τσακίστηκε κυριολεκτικά. Ο άξονάς του έσπασε, οι ρόδες κλατάρησαν, και οι μέχρι τότε ήδη χιλιοπαιδεμένοι επιβάτες βρήκαν επιτέλους την ησυχία τους.

Τόσο μακριά ήταν το επόμενο χωριό, που κανένας δεν σκέφτηκε να περπατήσει μέχρις εκεί, παρά το γεγονός ότι μόλις είχε ξημερώσει και κάπου σαράντα χιλιόμετρα θα μπορούσε όντως ένας γενναίος και καρτερικός άνδρας να περπατήσει κάτω από τον καυτό απριλιάτικο ήλιο. Όλοι είχαν μείνει βουβοί, διότι η ησυχία, η οποία είχε ενσκύψει, δεν ήταν η ευκταία και επιθυμητή. Θα μέναμε όλοι εκεί, τριγύρω στο διαλυμένο, πιθανόν μιά για πάντα, όχημα και θα περιμέναμε. Θα αναμέναμε ένα άλλο όχημα και θα παραμέναμε φίλοι των ολίγων πτηνών και των ελάχιστων ερπετών, τυλιγμένοι όλοι στις άσπρες κελεμπίες μας και στα ακόμη πιο ασπριδερά τουρμπάνια μας, και ξαπλωμένοι πάνω στην καυτή άμμο, κάνοντας σχετική οικονομία σε νερό και τρόφιμα.

Κάποιοι θέλησαν να περιδιαβούν αυτές τις εκτάσεις, στις οιποίες είχαν γίνει κάτοικοι της ανάγκης και θεατές του απείρου. Ο βαθυγάλανος ουράνιος θόλος, η κατάχρυση έρημος, και οι εκτυφλωτικές ακτίνες του ηλίου φαίνονταν να μην έχουν όρια, αρχή, ή τέλος. Μόνοι πεπερασμένοι στις δυνατότητες και στις διαστάσεις μας είμασταν εμείς. Ή τουλάχιστον φαινόμασταν έτσι.

Εφόσον κάποιοι πήραν την κατεύθυνση της ερήμου στα βορειοδυτικά, εγώ προχώρησα προς τη ‘θάλασσα’, αλ μπαχρ, όπως καλούν Αιγύπτιοι και Σουδανοί τον Νείλο, στα νοτιοανατολικά. Ανέβηκα σε ένα σημείο εποπτικό του παθήματος του οχήματός μας και της ανάπαυσης των πλείστων συνεπιβατών, για να κατέβω σε ότι μπορεί να χαρακτηριστεί μία κοιλάδα άμμου, μία κοιλότητα πλάτους περίπου 150 μέτρων, την οποία διαδέχθηκαν αμέσως άλλες τρεις.

Στο τέλος, μεγαλειώδης στην ανάστροφη στα σημεία αυτά πορεία του, υπόκωφος ως μυστήριο του Τέλους, αργιλόχροος όσον ποτέ, ξετυλίχθηκε μπροστά μου ο Νείλος. Στην πορεία του από τα βορειανοατολικά προς τα νοτιοδυτικά με άφηνε να ίσταμαι στα ανατολικά του, αν και ήμουν σταν δυτικά του! Έντονος αιγυπτιακός τρόπος σκέψης, όπου το αρχικό και αυθεντικό είναι τόσο απόλυτο, ώστε το μεταγενέστερο και αλλοιωμένο να μην γίνεται αποδεκτό, ή ομολογητό!

Γι’αυτό άλλωστε, επειδή η πορεία του Νείλου είναι τέτοια, επηρεασμένοι από τους Αιγύπτιους, οι αρχαίοι Κουσίτες (Αιθίοπες) των Ναπάτων έπαυσαν το αρχικό λάθος τους, δηλαδή την ανέγερση ταφικών μνημείων και πυραμίδων δίπλα στο Τζέμπελ (‘όρος’ – 150 μ ύψους!) Μπαρκάλ, το Ιερόν Όρος στην άκρη της Καρίμα, και λίγο παρακάτω στο σημερινό Ελ Κούρου, και συνέχισαν την ανά τους αιώνες ανοικοδόμηση της νεκρόπολης τους με τις τόσες πυραμίδες στο Νούρι, στα ανατολικά του Νείλου: επειδή λόγω της πορείας του Ρεύματος, η ‘ανατολική’ του όχθη είναι ουσιαστικά η δυτική του, μια και βρίσκεται στα αριστερά της αέναης πορείας των Γλυκών Υδάτων από Νότο προς Βορρά.

Η πλαγιά μου φάνηκε όχι επικίνδυνα επικλινής, ενόμισα ότι δεν θα κατρακυλούσα με κίνδυνο να βρεθώ βουτηγμένος στα νερά και αγκαλιασμένος με κάποιον κροκόδειλον, όμως δεν ήταν πραγματικά έτσι. Οπότε και γω, αφελής να νομίζω ότι το παν ήταν η σιγουριά του καλού μου φίλου από το Τανγκάσι, με τον οποίο συνταξίδευα και ο οποίος βεβαίως θα φρόντιζε και για τις αποσκευές μου και για την έγκαιρη ειδοποίηση μου, όταν ή εάν θα ερχόταν ένα άλλο φορτηγό, αποπειράθηκα να κατεβώ. Με την φωτογραφική μου μηχανή και την βιντεοκάμερά μου κρεμασμένες επάνω μου, με το πέτσινο τζάκετ μου διπλωμένο στον αριστερό καρπό μου, με το πολύχρωμο φουλάρι μου τυλιγμένο στον λαιμό μου να ανεμίζει πάνω από την κελεμπία μου, με το βιβλίο σημειώσεων και καταγραφών σφιχτά κρατημένο στην αριστερή μου παλάμη, άρχισα να γλιστράω, πιστεύοντας ότι καμιά έκπληξη, τίποτα το ξαφνικό, κανένας αιφνιδιασμός δεν θα μπορούσε να καραδοκεί. Όμως τα πράγματα δεν είχαν έτσι. Τουλάχιστον, όχι έτσι όπως θα ανέμεναν οι πλείστοι.

Στο παραπάτημα του δεξιού μου ποδιού, το αριστερό δεν συγκρατήθηκε, έκανα πίσω για να μην πέσω μπρούμυτα και κάνω τούμπες μέχρι το ποτάμι, και έτσι, σαν μονοκόμματο ξύλο, σαν άγαλμα, σαν βασάλτινη στήλη, με την πλάτη ακουμπισμένη στην αμμουδερή πλαγιά γλίστρησα. Νόμισα πως θα έπεφτα στο ποτάμι, μιας και δεν φαινόταν κάποιο φυσικό εμπόδιο, όμως φαίνεται δεν υπάρχουν μόνον υλικά εμπόδια στις πτώσεις.

Με την επιτάχυνσή μου στην πτώση δεν κατόρθωσα να καταλάβω πως ξαφνικά αισθάνθηκα τα πόδια μου να μην ακουμπούν πουθενά και το χάος να χάσκει από κάτω, και πως αμέσως μετά τραντάχθηκα δυνατά, όταν τα πόδια μου προσέκρουσαν σε μία ξερή γη, ένα είδος επιπέδου ανάσχεσης της κανονικής πορείας πτώσης. Ήταν ένα κεφαλόσκαλο πάνω στον Νείλο. Τι ωραίο μέρος για μία ρωμαντική φωτογραφία σχετικά νωρίς ακόμη το πρωί, με τον ερχομό του ανατέλλοντος ηλίου!

Όχι! Λάθος! Το ενδιαφέρον δεν ήταν μπροστά λοιπόν! Ό,τι το πιο ελκυστικό ή ουσιαστικό βρισκόταν πίσω! Πίσω μου ήταν ανοικτό το στόμιο μιας μικρής σπηλιάς. Ευτυχώς κανένας κροκόδειλος δεν την είχε καταστήσει στέγη του! Η σπηλιά ήταν μικρή. Το ύψος περίπου έφθανε το ενάμιση μέτρο, όμως πριν από αιώνες και χιλιετίες η άμμος θα έλειπε από το δάπεδο και ο εισερχόμενος θα ένιωθε πολύ πιο άνετα από όσο εγώ. Το μήκος δεν ξεπερνούσε τα οκτώ μέτρα και ο άξονας μήκους ήταν παράλληλος του Ρεύματος. Το πλάτος, ή το ‘βάθος’ αν θέλετε, έφθανε δεν έφθανε τα πέντε μέτρα. Η άμμος και η φερέοικη ενδονείλια γη, τα ευλογημένα χώματα που κατ’ έτος παρασύρει η πλημμύρα του Νείλου, είχαν συσσωρευθεί ως επί το πλείστον κοντά στα τοιχώματα.

Ασήμαντος χώρος για ανάπαυση. Κάθησα στην είσοδο, απαλλάχτηκα από την ‘πολεμική’ μου εξάρτηση. Μη γελάτε καθόλου με αυτό που ακούτε! Ελάχιστοι ξέρουν πόσο έντονα οι δυτικοί αρχαιολόγοι και ιστορικοί θεωρούν ακόμη και τον όποιο βιντεοφωτογραφικό εξοπλισμό τους, όπως και όλα τα λοιπά άχρηστα σύνεργά τους, ως μέσον ‘κατάκτησης’ του χώρου της Ανατολής. Είναι λοιπόν όλα αυτά όπλα, ίσως πιο τρομερά από μερικές οβίδες ή βόμβες, ιδιαίτερα αν χρησιμοποιηθούν σε μία περίπτωση αλλοίωσης της ιστορίας του χώρου της Ανατολής, και δη …αλλοίωσης χρήσιμης σε δυτικά οικονομικά, πολιτικά, ηγεμονικά, και μεταφυσικά συμφέροντα.

Πάνω σ’ αυτές τις σκέψεις και όχι κατ’ ανάγκην απολύτως παράλληλα με τον Εντουάρ Σαΐντ, εμάσησα μερικά ξερά χαρούπια ανασυρμένα από την τσέπη του τζάκετ μου. Μετά, το κεφάλι μου στράφηκε στα αριστερά.

Μία υπερκόσμια, διαπεραστική, ηλεκτρική αναρρίγηση με συνεπήρε ολόκληρο. Ο κλήρος είχε πέσει σε μένα. Είχα μόλις βρει ένα ανεξερεύνητο αρχαιολογικό χώρο, που καμμιά επιστημονική δημοσίευση ή σημείωση δεν είχε ποτέ αναφέρει. Στο βόρειο τοίχωμα της εισόδου της σπηλιάς, διέκρινα κάποια χαραγμένα σημεία, μία πρόχειρη επιγραφή που σκοπό είχε μάλλον να την δουν όσο πιο λίγοι θα ήταν δυνατόν. Γονατιστός, διέκρινα πλέον τι εννοούσε ο συντάκτης του καλού, σχεδόν κλασικού, ιερογλυφικού κειμένου, το οποίο ουσιαστικά ήταν ένα μικρό κείμενο τριών συντόμων γραμμών. Όμως αυτές οι γραμμές ήταν οι γραμμές που άλλαξαν την ζωή μου.

Ψάξε στην άκρη, προς νότον και προς ανατολάς.

Βρες τα κείμενα, ακολούθησε τις συμβουλές του σοφού.

Είσαι μόνον ένας, και σε περιμένω, σε ξέρω.

Έμεινα έκθαμβος, αποσβολωμένος και αποκαμωμένος, μη πιστεύοντας ότι είχα πραγματικά διαβάσει ένα τέτοιο κείμενο, το οποίο ωστόσο μου μιλούσε με μια ασύλληπτη, εσωτερική, και ταυτόχρονα εξώκοσμη φωνή. Άκουγα ήδη ότι αυτό ήταν κάτι το ιδιαίτερα γραμμένο για μένα, κάτι το αποκλειστικά χαραγμένο για μένα. Έμεινα αρκετή ώρα έτσι, μη γνωρίζοντας τι μπορώ να κάνω και τι μπορεί να με κάνει να το πιστεύσω απόλυτα. Ξαφνικά σκέφθηκα, σαν μέσα σε μία μόνον στιγμή, όλη τη ζωή μου, θυμήθηκα το διαλυμένο φορτηγό, την τελευταία περιπλάνηση μου. Έπρεπε να γυρίσω; να μείνω; να ξεχάσω; να θυμηθώ; Όλες οι δυνατοτήτες ήταν μπροστά μου.

Χωρίς ενθουσιασμό και χωρίς αμφιβολία, όπως άλλωστε συνήθως κάνω, σύρθηκα έρποντας μέχρι το νοτιοανατολικό άκρο της σπηλιάς. Ένας σωρός από άμμο! Τι να κάνω; Άρχισα με τα χέρια μου και με τα πόδια μου να την μετακινώ προς την μικρή έξοδο, και από κει κάτω, προς το ποτάμι. Χαρά στην υπομονή μου! Σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, είχα δημιουργήσει μία λακκούβα κοντά στα τοιχώματα, συσσωρεύοντας πολλή άμμο προς το κέντρο της σπηλιάς. Για να βγω έξω, θα έπρεπε να συρθώ μπρούμυτα.

 Έχοντας σηκώσει πολλή σκόνη, είχα γίνει πλέον ένα με την άμμο, την οποία είχα σχετικώς αποφύγει στο ταξίδι από την Καρίμα. Σύντομα, τα χέρια μου ήταν σε άθλια κατάσταση και ταυτόχρονα κινδύνευα από μερικούς σκορπιούς, οι οποίοι μπορεί να μην αρέσκονταν στο δυναμικό και ξαφνικό αυτό χάδι.

Μέχρι που ξαφνικά, κοντά στην άκρη των τοιχωμάτων της νοτιοανατολικής γωνίας, το χέρι μου προσέκρουσε στο κάλυπτρο ενός αγγείου. Πήλινο καθώς ήταν, εφάρμοζε αρκετά καλά και δεν χρειαζόμουν πολλή προσπάθεια πλέον για να καθαρίσω την άμμο τριγύρω του, να δω τα επάνω τοιχώματα του αγγείου, να τολμήσω να σύρω μακριά το κάλυπτρο, και στην συνέχεια, να συρθώ μπρούμυτα προς την πλευρά της εισόδου της μικρής και τόσον ανεξιχνίαστης σπηλιάς. Έτσι, κινδύνευα ιδιαίτερα από τους σκορπιούς και δεν ήξερα πλέον, αν ένα είδος γδαρσίματος ήταν τσίμπημα σκορπιού, ή όχι.

Κοντά στην πύλη αναρρίγησα και πάλι. Φυτικά χρώματα είχαν ακόμα μείνει έντονα πάνω στο κάλυπτρο, όπου διάβασα μια ακόμη, απειλητική τώρα και όχι απλά προστατευτική, επιγραφή σε καλά κλασικά αιγυπτιακά ιερογλυφικά.

Καλό, θεάρεστο, ξηρό κλίμα της Αιθιοπίας, δηλαδή του σημερινού Σουδάν! Ποιος ξέρει πόσες χιλιετίες δεν είχαν περάσει χωρίς να έχουν τελικά μπορέσει να καταστρέψουν το τεκμήριο αυτό.

Αν δεν ήλθε από τον βορρά, αν δεν διαβάζει τα μεντού νετσέρ,

αν δεν απεστράφη τον Σηθ, αν δεν αφιερώθη εις τον Όσιριν,

αν δεν αναδύθηκε εν Ίσιδι, αν δεν εννόησε τον Ωρον,

αν δεν υπηρετεί απόλυτα τον Υπέρτατον Ρα,

να μη μιλήσει σε κανένα, αφού τα δει,

να μη ζήσει μία ημέρα, αφού τα αντιληφθεί,

να μη κατανοήσει τίποτα πια, αφού τα αγγίξει,

να μη θυμηθεί το παραμικρό, αφού τα διαβάσει,

οι Τέσσερις Άνουβεις να τον παραλάβουν,

και ο Θάνατός του να είναι η Ανυπαρξία.

 

Ηλεκτρισμένος, φοβισμένος, συντετριμμένος, αντιμετώπιζα μια ασυνήθιστη κατάρα, μίαν από εκείνες τις οποίες οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, μα τι λέω, ακόμα καλύτερα οι αρχαίοι Αιθίοπες, οι Κουσίτες των Ναπάτων, δηλαδή οι Πρόγονοι των σημερινών Ορόμο, ήξεραν να δένουν και να αφήνουν εν ισχύϊ επί χιλιετίες. Για πρώτη φορά στην ζωή μου δεν ήξερα τι να κάνω!

Που ήταν ο Κοσμάς Μεγαλομμάτης, ο οποίος αποφασισμένος πάντοτε για τις πράξεις του έτρεχε στο Παρίσι, στην Αθήνα, στο Λονδίνο, στις Βρυξέλλες; Που ήταν λοιπόν ο νεαρός ερευνητής ο οποίος χωρίς ποτέ τον παραμικρό δισταγμό προσπαθούσε να ενώσει το Μύνστερ με την Δαμασκό, την Ιερουσαλήμ και την Βαγδάτη, την Καισάρεια με το Εσφαχάν, την Ιστανμπούλ και την Ουρουμίγιε, την Ούρφα με την Σιράζ, την Μοσούλη και το Καντάχαρ, και την Σαμαρκάνδη με την Λαχώρη;

Που ήταν πλέον ο νεοφώτιστος Μουχάμαντ Σαμσαντίν Μεγαλομμάτης, τον οποίο έβλεπαν στην Μόσχα και στο Κάϊρο, στο Μαρακές, στο Ασουάν, στη Ντόνκολα και στο Εδιβούργο, χωρίς καμμιάν αμφιβολία να μιλάει, να γράφει, να επιτίθεται, και να παρορμεί; Εγώ δεν υπήρχα πια.

Δεν είχα διστάσει στην πρώτη γραμμή του περσοϊρακινού μετώπου μεταξύ Εκβατάνων και Σουλεϋμανίγιε (Σολομωνικής), όταν ήμουν στόχος εχθρικών αεροπλάνων και δίπλα μου βρίσκονταν στρατιώτες νεκροί και ζωντανοί, τώρα όμως στο έρημο αυτό μέρος δίσταζα, αναρωτιόμουν, φοβόμουν,  και πελαγοδρομούσα. Σκέφτηκα τι είναι ζωή. Αναλογίστηκα τι είναι ο θάνατος. Ποτέ μου δεν φοβήθηκα τον θάνατο, όμως τώρα αντιμετώπιζα μία τρομερή κατάρα, η οποία με καταδίκαζε στον απόλυτο, στον Τρίτο Θάνατο, στο απόλυτο Μη-Είναι. Μου επιδικαζόταν η μοίρα των αυτοχείρων. Όμως, γιατί; Λίγο πιο πέρα έχασκε ο Νείλος. Και τι είναι αυτοκτονία;

Αν ο αυτόχειρ παραβιάζει την Δημιουργία, κάτι τέτοιο θα έκανα και εγώ, αν άρπαζα τα όποια χειρόγραφα εύρισκα στο αγγείο; Μα ήταν τόσο σημαντικό αυτό το μυστικό αρχείο; Ένα σημείο του θεϊκού ‘σχεδίου’ περνούσε λοιπόν από δω; Από αυτό το ταπεινό και φαινομενικά ασήμαντο μέρος; Ή μήπως ήταν οι υπερβολές ενός μυστηριώδους ιερέα; Και μήπως η κατάρα δεν ήταν τόσο δυνατή όσο φαινόταν; Μήπως δεν υπάρχει καν θεϊκό ‘σχέδιο’, οπότε και το μη-σχέδιο είναι το Ύπατο Σχέδιο;

Ή μήπως ήταν απλώς μια ασήμαντη απειλή πάνω σε ένα κομμάτι παπύρου, το οποίο, όπως χιλιάδες άλλα, θα κατέληγε σε κάποιο μουσείο, σε κάποιο επιστημονικό εργαστήριο, ή ενδεχομένως σε ένα επιστημονικό μάθημα, όπου μεταπτυχιακοί φοιτητές αιγυπτιολογίας με την σειρά τους θα καταριούνταν τον απειλητικό αλλά αναποτελεσματικό ιερέα, ο οποίος μόνον κακούς βαθμούς στο τελικό διαγώνισμα θα τους είχε κοστίσει;

Ξαφνικά χάθηκαν οι αμφιβολίες. Ούτε κάποιος πριν από εμένα, ούτε κάποιος μετά από εμένα θα άνοιγε, ή θα ήταν πλέον ικανός να ανοίξει το αγγείο. Μια φωνή μου φώναζε συνέχεια. Έλεγε ότι αυτό το αγγείο ήταν το δικό μου αγγείο. Αυτά τα χειρόγραφα ήταν τα δικά μου χειρόγραφα. Και αυτό το κάλυπτρο απειλούσε όλους τους άλλους εκτός από εμένα. Όμως εδώ δεν έληγε τίποτα. Αντίθετα, όλα άρχιζαν.

Θα εύρισκα τα χειρόγραφα; Θα τα κατανοούσα όλα; Τι θα έλεγαν; Τι θα έπρεπε να κάνω εγώ μετά; Δεν είχα ιδέα. Σύρθηκα πάλι πίσω. Μέσα στο σκοτάδι του εσωτερικού του αγγείου δεν διέκρινα σχεδόν τίποτα. Σκέφθηκα να χρησιμοποιήσω την βιντεοκάμερα, ή το φλας της φωτογραφικής μηχανής. Σπίρτα, ή αναπτήρα, δεν είχα μαζί μου. Κατέληξα στο συμπέρασμα να μην κάνω κάτι τέτοιο, αλλά να αποπειραθώ να καθαρίσω κι άλλο τον χώρο γύρω από το αγγείο, να διώξω την άμμο και να σύρω το αγγείο προς τα έξω. Στην αρχή το έργο αυτό μου φάνηκε δύσκολο, επίπονο και χρονοβόρο.

Κάποια στιγμή αργότερα, σταμάτησα και για ένα χρονικό διάστημα καθάρισα τον λόφο της άμμου, τον οποίο είχα προηγουμένως δημιουργήσει και ο οποίος εκόντευε πλέον να κλείσει την έξοδο. Διεσκόρπισα την άμμο έξω από την σπηλιά κια προς τα κάτω. Κατόπιν, συνέχισα να ανασκάφω και να χαμηλώνω το έδαφος τριγύρω από το αγγείο, που θα ήταν περίπου 60 εκατοστά υψηλό. Σε λίγο μπορούσα να το κινώ, αυτό όμως ήταν επικίνδυνο, κινδύνευε να σπάσει. Δοκίμασα λίγο πιο πολύ. Αποπειράθηκα να το σύρω, ήταν όμως βαρύ. Άρχισα να κάνω ανορχήστρωτες απόπειρες, μέχρις ότου το έσυρα σε υψηλότερα σημεία του εδάφους της σπηλιάς και το έστριψα προς την έξοδο τρόπον τινά. Συμμαζεύτηκα για να δω τι κρυβόταν μέσα.

Πριν προλάβω να δω το παραμικρό, από το ανασκαμμένο μέρος, από τα σκοτάδια και από τη νεκρική ησυχία, ξεπρόβαλε, χύθηκε σαν αστραπή, σύριξε και πέρασε από μπροστά μου, πηδώντας πάνω από το ανασυρμένο αγγείο, χωρίς όμως να με αγγίξει, ένα ασημομολυβδόχροο, σχετικά μικρό φίδι. Επιχειρώντας να προλάβω να το δω, καθώς ξεχύθηκε προς την πύλη, αντιλήφθηκα ότι, στην ορμητική έξοδό του, το φίδι έπεσε πάνω στο μικρό κάλυπτρο και το συμπαρέσυρε ακαριαία μαζί του στην πλαγιά του αμμώδους υψώματος, κάτω από το οποίο έχασκε, κάπου 2-3 μέτρα χαμηλότερα, ο Νείλος. Πριν δω το ο,τιδήποτε, άκουσα τον παφλασμό. Το κάλυπτρο είχε χαθεί για πάντα.

Αν δεν αναρρίγησα στην αιφνίδια εμφάνιση του όφεως-φύλακα, συγκλονίστηκα στη θέα των πολλών μισοτυλιγμένων αναμεταξύ τους παπύρων που ήδη φαίνονταν περιποιημένοι και άθικτοι. Πως να τους βγάλω χωρίς να τους θρυμματίσω; Ήταν τόσο ξεροί ώστε τα παραμικρό τράνταγμα θα τους κατέστρεφε. Τρομερό δίλημμα. Το μυαλό μου στριφογύριζε. Μια μικρή απόπειρα να σύρω κάποια φύλλα παπύρων έξω πιστοποίησε το δίκαιο των φόβων μου. Ξαφνικά η αρχαιολογία μέσα μου επικράτησε της μεταφυσικής. Χρειαζόμουν χρόνο, υποδομή, εξοπλισμό και απουσία φόβου καταρών. Χαρτί είχα αρκετό μαζί μου. Βιντεοκάμαρα και φωτογραφική μηχανή με πολλά φιλμς ήταν διαθέσιμα. Για μαλακό κάλυμμα είχα το φουλάρι μου, και από πάνω θα μπορούσα ακόμη να απλώσω μαλακά το τζάκετ, που σε μεγαλουπόλεις η χρήση του ήταν προς εγγύηση κομψότητας και μόνον. Έπρεπε όμως να ελέγξω την αναπνοή μου, η ανησυχία με είχε συνεπάρει, και αυτό δεν ήταν καθόλου καλό. Περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο χρειαζόμουν αυτοκυριαρχία. Στάθηκα πυλωρός και βυθίστηκα στους διαλογισμούς των ιερέων του Σου. Η αιγυπτιολογία μου είχε χρησιμεύσει σε κάτι το εντελώς άγνωστο σε τόσους άλλους. Ήταν, είναι μια εισαγωγή στις Ψυχικές Επιστήμες τις οποίες δεν κατέχει κανένα πανεπιστήμιο, κανένας ναός, καμμία οργάνωση  πλέον.

Επέστρεψα, στρογγυλοκάθησα, έσυρα το άδειο τζάκετ λίγο πιο πέρα, τράβηξα το φουλάρι κάτω από το ξαπλωμένο αγγείο και με μία κάθετη κίνηση του χεριού μου το τσάκισα, χωρίς να το συντρίψω. Ελάχιστη ζημιά είχαν υποστεί τα πολλά κυλινδρικά παπυρικά μνημεία, που ήταν τώρα έτοιμα για να διαβασθούν, για πρώτη φορά ύστερα από χιλιάδες χρόνια, από τον πρώτο άνθρωπο ο οποίος τα άγγιζε μετά τον συγγραφέα του επιμάχου αυτού κειμένου. Τα έσυρα σιγά, μαλακά έξω. Απέσυρα τα δύο κομμάτια του ελάχιστα διακοσμημένου αγγείου. Σε ένα σημείο όμως πάνω του, γραμμένο σε κλασικά ιερογλυφικά αιγυπτιακά και σε επισεσυρμένα μεροϊτικά, διάβασα το γνωστό αρχαίο αιθιοπικό, δηλαδή σουδανικό, συχνά δε μάλιστα και βασιλικό, προσωπικό όνομα:

                                                Αρκαμάνι-Κο

-Ποιος να ήταν αυτός ο Αρκαμάνι- Κο;

Κάλυψα τα παπυρικά κείμενα με το υπόλοιπο φουλάρι και μαλακά εφάπλωσα πάνω τους το τζάκετ, εις τρόπον ώστε το βάρος του να πέφτει ισόποσα πάνω στους ακόμη μη ξετυλιγμένους πάπυρους. Σηκώθηκα, σκαρφάλωσα σαν τρελλός, έτρεξα προς τα πίσω, πάνω στα ίχνη μου και τελικά βρήκα όλους ξαπλωμένους τριγύρω από το νεκρό φορτηγό, τυλιγμένους στη δροσιά και την ηρεμία των λευκών κελεμπιών, τις οποίες τόσο ανάλαφρα κλυδώνιζε το αεράκι της ερήμου. Ευρήκα τον φίλο μου, του εξήγησα ότι μερικές σοβαρές σκέψεις με κρατούσαν μακριά, του είπα που θα με βρει, μου έγνευσε καταφατικά. Έφυγα σιγά – σιγά, ώστε να μη κινήσω υποψίες παίρνοντας όμως κάποιες από τις αποσκευές μου. Τώρα πια με περίμενε ο Αρκαμανίκο. Ή, βεβαίως, μια δύναμη απείρως πιο αστείρευτη, άναρχη, ατελεύτητη και απρόσληπτη.

Δεν θέλω να μιλήσω για μένα, τον τρόμο τον οποίο συχνά ένιωθα, όταν ξετύλιγα και διάβαζα με προσοχή τα καλογραμμένα μυστικά χειρόγραφα του Ακραμάνικο. Αυτός τα είχε γράψει σε μία πολύ κλασική μορφή ιερογλυφικών, κάτι σαν τη γλώσσα των φαραωνικών Χρονικών της Νέας Αυτοκρατορίας. Βέβαίως η γλώσσα δεν αντιστοιχεί ακριβώς σε ό,τι σήμερα οι αιγυπτιολόγοι καλούν μέσα αιγυπτιακά, ή κλασικά αιγυπτιακά, τα οποία είναι τα ιερογλυφικά του Μέσου Βασιλείου. Ο Αρκαμάνικο φαίνεται ότι είχε μάθει αιγυπτιακά, σπουδάζοντας τα κείμενα των εκστρατειών του Τσύθμωση Γ’ και λοιπό συναφές υλικό. Βεβαίως αυτά δεν τα μιλούσαν πλέον στη σύγχρονή του Αίγυπτο, πάνω από 1000 χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου στρατηλάτη, ο ίδιος όμως ο Αρκαμάνικο τα κατείχε εξαιρετικά καλά. Καθώς ήδη εδιάβαζα τον πρώτο πάπυρο, αντιλήφθηκα ότι έπρεπε να κρατώ σημειώσεις. Σύντομα σκέφθηκα ότι έπρεπε να αντιγράφω το κείμενο το οποίο ήταν τεράστιο – αναμφισβήτητα το μακροσκελέστερο αρχαίο αιγυπτιακό κείμενο που ανακαλύφθηκε στα νεώτερα χρόνια! Υπέθεσα ότι είχα άφθονο χρόνο, οπότε, αντί να αντιγράφω ιερογλυφικά, μετέφραζα κατ’ευθείαν στα γαλλικά. Ήμουν σίγουρος, τουλάχιστον στην αρχή του πρώτου παπύρου, ότι είχα ήδη εξασφαλίσει μία περίοπτη θέση στο πάνθεο της διεθνούς αιγυπτιολογίας, δεν ήταν όμως κατ’ ανάγκην έτσι που είχαν προϋπολογισθεί καταστάσεις και εξελίξεις.

Τελικά, εκείνες οι πρώτες και δυστυχώς τελευταίες σημειώσεις ήταν αλλού συνοπτική καταγραφή και περιληπτική αφήγηση και αλλού πλήρης γαλλική μετάφραση του ιερογλυφικού κειμένου. Βεβαίως δεν το έφερα εις πέρας σύντομα. Το αντίθετο μάλιστα. Όταν πια αντιλήφθηκα ότι ο ήλιος πορευόταν προς την δύση, έφυγα, πήγα στο διαλυμμένο φορτηγό, πήρα το τελευταίο sac de voyage μου, βρήκα μία δικαιολογία για τον φίλο μου και κάποιους άλλους συνεπιβάτες και άκουσα τα ‘χαρμόσυνα’ νέα! Χαρμόσυνα ήταν βέβαια τα νέα μόνο για μένα.

Είχε λοιπόν συμβεί ο οδηγός του φορτηγού να προχωρεί σχετικά κοντά στο Νείλο, ενώ σ’αυτά τα σημεία, συνήθως, τα λιγοστά οχήματα περνούν από πολύ πιο ενδότερα – αρκετά χιλιόμετρα πιο μέσα. Έτσι, κανένα άλλο όχημα δεν είχε περάσει από το σημείο της συντριβής του δικού μας, ούτε και είχαν καν ακούσει κάποιο θόρυβο έστω στα μακριά. Οι ώρες είχαν περάσει άχρηστα. Τη επαύριον λοιπόν κάποιοι θα ξεκινούσαν πολύ νωρίς το πρωί να περπατήσουν προς τα πίσω, αφού θα εύρισκαν πρώτα τα συνηθή ίχνη διέλευσης οχημάτων από τα ενδότερα. Έτσι μπορεί κάποιοι τυχεροί να αναχωρούσαν, αν κάτι το διαθέσιμο υπήρχε ως όχημα. Έφυγα και κοιμήθηκα μόνος ως υποτιθέμενος φύλακας και φρουρός των υπερπολυτίμων κειμηλίων του Αρκαμάνικο.

Όμως εκείνο το βράδυ, εκείνη η νύχτα δεν ήταν κάποια τυχαία νύχτα. Ήταν η πεπρωμένη νύχτα: διότι στο όνειρο μου κάποιος μου εδιάβαζε συνεχώς στα αιγυπτιακά, και με μία βαρειά, υποβλητική φωνή, μίαν ενότητα του κειμένου του Αρκαμάνικο, η οποία μου είχε φανεί πολύ περίεργη, όταν την μετέφραζα στα γαλλικά.

Ακόμη πιο ασύλληπτο ήταν το τι είδα ξαφνικά, όταν άκουγα την φωνή αυτή να απαγγέλλει το γνώριμο κείμενο. Ήταν κάτι το οποίο με έκανε να τρέμω και να καίγομαι, να ιδρώνω παγωμένος και να πυρπολούμαι από μέσα μου. Ήταν κάτι το οποίο αφορούσε εμένα και κάποια γνωστά μου πρόσωπα. Ήταν σαν το κείμενο εκείνο, η ενότητα εκείνη, του Αρκαμάνικο να αφορούσε εμένα και δύο γνωστά μου πρόσωπα. Ήταν σαν το κείμενο εκείνο του Αρκαμάνικο, να έπαιρνε σάρκα και οστά, εάν εφαρμοζόταν σ’ εμένα και δύο άλλα πρόσωπα, σε μία όμως στιγμή η οποία όμως δεν είχεν ακόμη επισυμβεί. Ήταν μια προφητεία του Αρκαμάνικο σχετικά με κάτι που έμελλε να συμβεί σε μένα. Ήταν μία τεκμηρίωση ότι ο Αρκαμάνικο εγνώριζε εμένα και ορισμένα μυστικά σχετικά με εμένα, τα οποία ακόμη και εγώ αγνοούσα; Δεν ηξεύρω.

Ξύπνησα ήδη πριν ακόμη φωτίσει ο μεγάλος ναπατικός ουρανός. Η υποβλητική γαλήνη της αιθιοπικής, σουδανικής, Αυγής ως προοίμιο της Επερχόμενης Νέας Ζωής. Εκατομμύρια λέξεις σε όλες τις γλώσσες του κόσμου δεν φθάνουν για να περιγράψουν το υπέρλαμπρο μεγαλείο αυτό, την αγαλλίαση των εσωτέρων οφθαλμών μου. Λίγα λεπτά μετά την αυγή, άρχισα την δουλειά. Θα είχε μεγάλη σημασία να μπορούσα να προχωρήσω αρκετά εκείνη την ημέρα.

Λίγο μετά την μεσημβρία, άκουσα την φωνή του φίλου μου να με ψάχνει εναγωνίως στα πέριξ. Κάλυψα τα πάντα με το φουλάρι μου και σκαρφάλωσα. Λαχανιασμένος είχε έλθει ο δύσμοιρος να μου πει ότι ένα άλλο φορτηγό είχε φθάσει, θα έπαιρνε λίγους, είχε συμφωνήσει με τον οδηγό για ένα κρυφό και γενναίο φιλοδώρημα. Με περίμεναν λοιπόν να επιστρέψω αμέσως. Ο μέχρι τότε ηθικός χαρακτήρας μου παραμερίστηκε από την υποκρισία. Ω, όχι, ας αφήσουμε κάποιες γυναίκες να πάνε πρώτες, ας περιμένουμε, είμαστε πιο δυνατοί και καρτερικοί, ας μην πιέζουμε τα πράγματα, ας μην βιαζόμαστε λοιπόν! Ο φίλος μου δεν πίστευε στ’αυτιά του. Τελικά τον έπεισα, θα μέναμε με τους υπόλοιπους, εκείνος θα γυρνούσε πίσω, εγώ θα έμενα εκεί. Εν ανάγκη θα κοιμόμουν εκεί, θα πήγαινα ίσως το απόγευμα να τον δω. Φαγητό δεν ήθελα, νερό έπινα με την χούφτα μου από το Νείλο, κατεβαίνοντας προσεκτικά στην όχθη, λίγο πιο παραπέρα.

Συνέχισα τη δουλειά μέχρι τη δύση, χωρίς να μπορώ πλέον να πιστεύω στο τι διάβαζαν τα μάτια μου. Ό,τι είχα μπροστά μου ήταν η πλήρης άρνηση όλων των καθοριστικών συμπερασμάτων της ιστορικής επιστήμης. Τώρα, ένας Αρκαμάνικο τους ανέτρεπε τα πάντα. Όλη τη νύχτα ήμουν πολύ ταραγμένος. Κοιμόμουν, δεν κοιμόμουν; Δεν ξέρω. Αισθανόμουν πολύ ελαφρύς, η καρδιά μου σχεδόν φτερούγιζε, ενώ μια θύελλα ηλεκτρικών ρευμάτων με διαπερνούσε ακατάπαυστα.

Ξημέρωσε και η επόμενη ημέρα των παρανειλίων εκπλήξεων. Υπολειπόταν ακόμη όγκος ίσος με τα τέσσερα πέμπτα του όλου κειμένου ή ίσως και περισσότερος. Δεν θα τα κατάφερνα και δεν θα προλάμβανα. Ήταν πλέον φανερό. Το κείμενο ήταν πολύ μεγάλο για να ολοκληρωθεί η αντιγραφή του ακόμη με τέτοιο πρόχειρο τρόπο και με συχνές περιλήψεις, οπότε και θα έπρεπε να ετοιμάσω ένα σχέδιο δράσης. Νωρίς, φαντάζομαι πριν από τις εννιά το πρωΐ, ήρθε ο φίλος μου. Πρόλαβα να κρύψω τις απασχολήσεις μου και, στην ερώτηση του τι μου συνέβαινε, απάντησα ότι έπαιρνα την απόφαση να γίνω μουσουλμάνος. Δεν ήταν ψέμμα, αλλά και δεν ήταν αλήθεια. Δεν ήταν ωστόσο ένα συνειδητό ψέμμα. Ήταν μάλλον μια ασυνείδητα ειπωμένη αλήθεια. Γεγονός είναι ότι, ελάχιστη ώρα μετά την αναχώρηση του φίλου μου, επήρα όντως αυτή την απόφαση συνειδητά. Όμως τότε που του το έλεγα, η απόφαση δεν είχε ακόμη οριστικά ληφθεί. Εκείνος εντυπωσιάστηκε πολύ, όταν το άκουσε, θέλησε να μιλήσουμε πολύ, του είπα όμως ότι είχα ανάγκη να μείνω ακόμη μόνος για λίγο, θα συζητούσαμε και μάλιστα πολύ αλλά αργότερα.

Συνέχισα να γράφω εκείνη την ημέρα και ξάφνιασα τον φίλο μου, όταν ήλθε το απομεσήμερο να με ειδοποιήσει ότι ένα φορτηγό, απρόσμενο και φερέλπιδο, είχε για καλή μας τύχει περάσει, και θα μπορούσαμε επιτέλους να συνεχίσουμε. Του ζήτησα να πάει μόνος, να γυρίσει πίσω στην Καρίμα και να έλθει την επόμενη ή την μεθεπόμενη μέρα εδώ πάλι με ένα μικρό αγροτικό αμάξι, να με βρει, να μου φέρει και λίγο φαγητό, και να κανονίσει ώστε ο οδηγός να περιμένει, πάντοτε με το αζημείωτο για κάποιες μέρες. Ύστερα από μεγάλη δυσκολία, τον έπεισα. Τελείωσε και η τρίτη παρανείλια ημέρα.

Ακολούθησε η τέταρτη και η πέμπτη ημέρα. Φοβούμενος ότι ο όγκος του διαθέσιμου χαρτιού τελείωνε, άρχισα να γράφω στην πίσω σελίδα κάθε φύλλου, σημειώνοντας καλά τους αριθμούς των σελίδων ώστε να μη χάσω την σειρά. Όντως, ο φίλος μου θα είχε μια σχετική δυσκολία να βρει ένα διαθέσιμο οδηγό και ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία να με βρει στα έρημα κι ακατοίκητα αυτά μέρη της περιοχής μεταξύ Καρίμα και Αμπού Χάμεντ.

Την έκτη μέρα, το βράδυ σχεδόν, έφθασε. Ανησύχησε, βλέποντας με εμφανώς καταπονημένο, με το δέρμα καταξεραμένο και με το στομάχι σχεδόν ολότελα άδειο για τόσες μέρες. Επιτέλους έφαγα λίγο. Κοιμήθηκα στη σπηλιά, εξηγώντας στον φίλο μου ότι κάποια καλά πνεύματα του εκεί χώρου με είχαν προτρέψει στο να προσχωρήσω στο Ισλάμ και ότι ήθελα να παραμείνω ακόμη για δυο μέρες μόνος. Εκείνος θα συζητούσε με τον οδηγό του αγροτικού οχήματος όλη την ημέρα κάτω από την σκιά μιας ακακίας, καθώς είχαν φέρει μαζί τους τις λίγες απαιτούμενες προμήθειες. Τι δέντρο κι αυτό! Τι ελπίδα κι αυτή! Εγώ θα τους συναντούσα, όταν αποφάσιζα. Το μεγαλείο της έβδομης ημέρας, οι εκπλήξεις….

Πέρασαν η όγδοη και η ένατη μέρα. Την δέκατη ημέρα με πίεσαν ασφυκτικά και ως εκ τούτου καθυστέρησα στη δουλειά μου. Τους ζήτησα να έλθουν να με βρουν στην σπηλιά το μεσημέρι της επόμενης, ενδέκατης, ημέρας: αμέσως θα φεύγαμε. Θα έμεναν έτσι και αυτοί δύο σχεδόν μέρες νηστικοί, κάτι το τρομερά ασυνήθιστο και απαράδεκτο για Σουδανούς.

Ξημέρωσε η τελευταία ημέρα παρανείλιας αφοσιωμένης εργασίας. Ήμουν σίγουρος ότι το μεσημέρι ακριβώς θα είχα τελειώσει.

Έμεινε πια το τέλος. Όμως το τελευταίο κεφάλαιο μιλούσε για τον άνθρωπο ο οποίος θα εύρισκε και θα διάβαζε τα χειρόγραφα αυτά. Και ήταν πια απολύτως σίγουρο ότι αυτός ήμουν εγώ. Το κείμενο ήταν ουσιαστικά ένα είδος προφητείας για μένα, περιγραφής του έργου και υπόδειξης κάποιων πράξεων, κάποιων ενεργειών και κάποιων κινήσεων, τις οποίες έπρεπε εγώ να κάνω. Δεν χρειάζεται εδώ να αναφέρω λεπτομέρειες, εφόσον όλα αυτά γράφηκαν σε σημειώσεις. Πρέπει όμως να αναφέρω ότι καίρια υπόδειξη, πρώτη στη σειρά, ήταν να καταγράψω και να κοινοποιήσω, να καταστήσω γνωστή την ιστορία του Αρκαμάνικο, να δημοσιεύσω, όπως λέμε σήμερα, τα επί χιλιετίες μυστικά χειρόγραφα του Αρκαμάνικο.

Τέτοια ήταν η αναταραχή μου, που πρέπει να έμεινα ακίνητος για ένα δίωρο. Ήμουν πλέον εγώ; Δεν ξέρω. Έτσι τελείωσε αυτό το οποίο εγώ τότε εθεώρησα ως ένα πρώτο κύκλο πρόχειρης καταγραφής στα γαλλικά. Κάλυψα τα χειρόγραφα, τα άφησα τυλιγμένα στο φουλάρι μου, πίεσα τις άκρες του με τα κομμάτια του σπασμένου αγγείου και μοίρασα από πάνω αφείδωλα την άμμο της σουδανικής ερήμου, μέχρις ότου δεν φαινόταν τίποτα πια. Σηκώθηκα, μάζεψα τις λίγες αποσκευές μου και τα δικά μου χειρόγραφα, και κατασκονισμένος προχώρησα τρεκλίζοντας από την εξάντληση, μέχρι το αγροτικό αυτοκίνητο. Απίστευτη κακοτυχία. Ο οδηγός ήταν αδύναμος, εμπύρετος, άρρωστος.

Κατάλαβα ότι έπρεπε να πιει πολύ νερό. Εγέμισα ένα πήλινο δοχείο με νερό του Νείλου και το έφερα πίσω. Επέμενα να πιει περισσότερο από όσο επιθυμούσε και έτσι, κατάφερε και εκείνος να συνέλθει προς το απόγευμα πλέον, σχεδόν την ώρα της δύσης.

Επιτέλους εφύγαμε. Ταξιδεύαμε βράδυ. Ο μεγαλειώδης ουρανός των πολυάστρων Ναπάτων. Έφεγγε ακόμη το άστρο του Αρκαμάνικο;

– Είναι.

Αυτή η καταφατική απάντηση ήλθε από πέρα μακριά, όταν, στριμωγμένος στις αποσκευές πάνω στο αγροτικό αμάξι, είχα γίνει ένα με τα χιλιάδες άστρα που ένιωθα επάνω μου, πέρα μου, και μέσα μου. Και όμως, παρά τις ποικίλες όψεις των άστρων, των απλανών και των πλανητών, όλα εφαίνονταν να σχηματίζουν ένα περίεργο, ένα κρίσιμο, ένα τραγικό πλαίσιο: αυτό ενός ωρολογίου, το οποίο δείχνει ότι η ώρα είναι τώρα. Είχα ήδη πάρει ορισμένες κρίσιμες για την ζωή μου αποφάσεις, όμως το μείζον υπολειπόταν για ένα ασύλληπτο μέλλον μεταγενεστέρων ημερών, το οποίο ήταν τόσο άγνωστο σε μένα και τόσο γνωστό στο Αρκαμάνικο.

Από την επόμενη μέρα είχα χάσει κάθε ενδιαφέρον, και ο φίλος μου το είχε καταλάβει για τα καλά. Ο νους μου είχε σταματήσει στην ώρα του Αρκαμάνικο. Ούτε οι τριγύρω αρχαιολογικοί χώροι με ενδιέφεραν πλέον, ούτε κάτι άλλο. Το μόνο ενδιαφέρον μου, μυστικό ούτως ή άλλως, ήταν να περιηγηθώ περισσότερο στην χώρα του Αρκαμάνικο, την μητρόπολη της μόνης και πραγματικής Αιθιοπίας, του σημερινού Σουδάν.

Μετά από την Άτμπαρα, το Αντ Ντάμερ, τις πυραμίδες της Μερόης στην Μπαγκραουΐγιε, το Σέντι και την Ουάντ Μπεν Νάκα, φθάσαμε στην τρομερή βασιλική πόλη Μουσαουαράτ ασ-Σούφρα, την οποία ο Ακραμάνικο είχε, φαίνεται, ονομάσει Ελεφάντων Πόλιν. Δεινή περίπτωση χώρου, τον οποίο με τεράστια δυσκολία προσεγγίζει κάποιος, και από τον οποίο με ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία επιστρέφει.

Από κει πέρα μακριά, και πέρα από την Νακά, η γη, ο ουρανός, όλα ανοίγουν και διευρύνονται, και ειδικοί κυλινδρικοί κρουνοί επιτρέπουν την εύκολη άνωση, όπως άλλωστε την εφάρμοσε και την ανέφερε ο Αρκαμάνικο και όπως την γνώρισα και την έζησα εγώ. Ησυχία δεν είχα στο Χαρτούμ και, γυρίζοντας πίσω προς το Ονάντι Χάλφα, για να πάρω το πλοίο για την Συήνη (Ασουάν) της Αιγύπτου, πήγα στην Καρίμα, και εκεί πλήρωσα ένα αγροτικό αυτοκίνητο για να πάω μόνος μέχρι το περίφημο σπήλαιο! Ήξερα τι θα έκανα. Θα έβγαζα τα χειρόγραφα στο εξωτερικό, θα οργάνωνα μία μεγάλη συνέντευξη τύπου με μία πρεσβεία του Σουδάν στην Ευρώπη και μετά, δημόσια, θα παρέδιδα τα χειρόγραφα, πρώτα καλά φωτογραφημένα, αντιγραμμένα και μεταφρασμένα από μένα, στους νόμιμους κατόχους: τις σουδανικές αρχές. Κάποιοι Γάλλοι φίλοι θα βοηθούσαν, για να δημοσιευθεί σύντομα η μετάφραση, εκτενώς σχολιασμένη από μένα. Ο κόσμος, όπως οι πλείστοι τον πιστεύουν και τον εννοούν, θα είχε πλέον καταρρεύσει ανεπιστρεπτί.

Θεέ μου, Παντοδύναμε Κύριε μου, που έσφαλλα; Που με πρόδωσε η πίστη μου; Που η σκέψη μου ανοίχτηκε σε αρνητικές προοπτικές; Τι το κακό είχε επιπέσει στο ανθρωπίνως λογικό πρόγραμμα μου; Ή, μήπως, εγώ δεν ήμουν το άτομο το αναμενόμενο, οπότε το αγγείο ξαφνικά θα επανασυντίθετο, τα χειρόγραφα μυστηριωδώς θα επανατοποθετούντο εντός του, το κάλυπτρο θα επανεύρισκε αίφνης την δικαιωματική θέση του, και η άμμος θα επανακάλυπτε το αγγείο, έτσι αναπότρεπτα σβύννοντας κάθε ανάμνηση του ονόματος μου;

Μήπως δεν ήμουν εγώ αυτός, τον οποίο είχε δει ο Αρκαμάνικο; Μήπως και εγώ θα χανόμουν, όπως και άλλοι ενδεχομένως πιο πριν, οι οποίοι είχαν αποτολμήσει αυτή την πράξη; Ή, πάλι, όχι, εγώ σωστά είχα κάνει ό,τι είχα κάνει και εγώ ήμουν μεν το συγκεκριμένο άτομο αλλά ο αφελής προγραμματισμός μου έβγαινε εκτός του ‘σχεδίου’; Και πως να συγχρονισθώ, εγώ και οι σκέψεις μου, με το ‘σχέδιο’; Πως να το κάνω, εφόσον αγνοώ το ‘σχέδιο’; Ή, μήπως, δεν το αγνοώ, οπότε απλά νομίζω ότι το αγνοώ, επειδή δεν πιστεύω πραγματικά; Ή δεν υπάρχει καν ‘σχέδιο’, και η θεία καθοδήγηση είναι κάτι το εντελώς άλλο από το τι οι άνθρωποι νομίζουν;

Όλα αυτά ήλθαν μονομιάς στο μυαλό μου. Είχαμε επανεύρει το σημείο του διαλυμένου φορτηγού, αυτό το ίδιο ήταν εκεί, και η αναζήτηση της σπηλιάς ήταν πλέον εύκολη. Στην συνέχεια αποτολμήσαμε, εγώ και ο οδηγός του αγροτικού αυτοκινήτου, να φθάσουμε στο μικρό παρανείλιο σπήλαιο. Του είχα προηγουμένως ομοληγήσει ότι είχα αφήσει εκεί κάποια πράγματά μου και είχα ένα επιπλέον ταξιδιωτικό σάκκο, όπου όλα θα έμπαιναν μέσα κατ’ευθείαν τυλιγμένα στο φουλάρι χωρίς να του γίνουν αντιληπτά. Δεν θα χωρούσαμε άνετα και οι δύο μέσα στο σπήλαιο, οπότε εκείνος από έξω δεν θα διέκρινε πολλά πράγματα! Τα είχα σκεφθεί όλα! Όχι όμως και την έκπληξη, η οποία με ανέμενε.

Το σπήλαιο είχε πολύ περισσότερη άμμο τώρα, σαν να είχε κάποιος αδειάσει δυο-τρία τσουβάλια, και χωρίς λόγο μάλιστα. Ίσως στο μεσοδιάστημα να επικρατούσαν δυνατοί άνεμοι και να συσσώρευσαν τόση άμμο που μόνον χιλιετίες είχαν επιτύχει παλιότερα. Δεν το επήρα για καλό σημάδι. Μετά από μία ώρα είχα κάνει την σπηλιά άνω-κάτω, αλλά πλέον αντιλαμβανόμουν ότι το φουλάρι μου και ό,τι εκείνο εκάλυπτε είχαν εξαφανιστεί. Ούτε και τα κομμάτια του σπασμένου αγγείου ήταν εκεί. Κάποιο χέρι τα είχε όλα περισπουδάστως μαζέψει και έπειτα, όπως σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις, ένα στρώμα άμμου είχε καλύψει τα πάντα. Ήμουν τρομερά απελπισμένος, και ο οδηγός βεβαίως το κατανόησε. Δεν μπορούσε όμως ούτε κατά διάνοια να υποψιαστεί τι ακριβώς εγώ είχα χάσει.

Παρά την απελπισία μου, δεν είχα πολλές επιλογές. Έπρεπε να δεχθώ ότι ήμουν τρομερά κακότυχος, ότι είχα χάσει την μεγαλύτερη ευκαιρία της ζωής μου, ότι κάποια μεγάλη δύναμη έπαιζε μαζί μου ένα πανάθλιο και υπέρμετρα εχθρικό παιχνίδι. Ευτυχώς όμως είχα ακόμη τις σημειώσεις μου. Ακόμη περισσότερο, είχα διαβάσει, καταλάβει, μάθει όλα αυτά, τα οποία εμπεριέχονταν στα Μυστικά Χειρόγραφα του Αρκαμάνικο. Ποιος τα ήξερε όλα αυτά; Ποιος τα είχε ακούσει; Ποιος τα είχε διαβάσει σε κάποια αυθεντικά παλαιά χειρόγραφα; Αυτό δεν ήταν ήδη μία ασύγκριτη Εύνοια, μία υπέρμετρη Ευμένεια; Αποφάσισα να υπομείνω και να επιμείνω. Έφυγα.

(Κάϊρο, 31-5-1997 – 18:20)

Πέρασαν λίγα χρόνια με τις πολλαπλές απασχολήσεις μου, τα πολυάριθμα ταξίδια μου, και τους πολύπλευρους στοχασμούς μου για το τι να κάνω τις σημειώσεις αυτές. Δεν μίλησα ωστόσο για όλα αυτά σε κανένα απολύτως. Και κυρίως, σε κανένα απολύτως επιστήμονα. Μόνον όταν κάποια γεγονότα, τα οποία ο ίδιος ο Αρκαμάνικο είχε προβλέψει και προγράψει, συνέβησαν, άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι για να τον πιστεύσω απολύτως, σεβόμενος την γνώση του και αποδεχόμενος την επιταγή του να δημιοσιεύσω ό,τι είχα καταγράψει. Ακολούθησαν λίγοι μήνες αφιβολιών και τελικά, μόνος και πάλι στην Μερόη πριν από κάποιο χρονικό διάστημα, πήρα την απόφαση ότι έπρεπε τελεσιδίκως να δημοσιεύσω τα Μυστικά Χειρόγραφα του Αρκαμάνικο.

Αυτό δεν ήταν και πολύ εύκολο: χρειάστηκε επί πολύ να σκεφθώ πως να χωρίσω το αδιάκοπτο συνεχόμενο κείμενο σε ενότητες, πως να καταφέρω να μεταφέρω στον αναγνώστη την πιο σωστή και επακριβή αίσθηση για το κείμενο και τα εκεί περιγραφόμενα γεγονότα, και πως να ξεπεράσω την δυσκολία ότι αλλού είχα καταγράψει μία περίληψη του κειμένου το οποίο είχα διαβάσει, ενώ αλλού είχα μεταφράσει το ίδιο το κείμενο, χωρίς ωστόσο να το έχω αντιγράψει το ίδιο όπως ήταν γραμμένο σε αιγυπτιακά ιερογλυφικά! Δεν υπήρχε πλέον καμμιά περίπτωση να υπάρξει μία τυπική ακαδημαϊκή και επιστημονική έκδοση των χαμένων χειρογράφων.

Ακόμη πιο δύσκολο ήταν να υπερκεράσω την ίδια τη φύση των περιληπτικών σημείων της δικής μου χειρόγραφης καταγραφής, η οποία είναι αυτή που αντιστοιχεί στην ιδιότητά μου ως αιγυπτιολόγου, και συνεπώς είναι απαγορευτική για την κατανόηση του ευρέως αναγνωστικού κοινού. Κατέφυγα λοιπόν στα πλάγια γράμματα (italics) για τα σημεία που αποτελούν δική μου περίληψη και όχι μετάφραση του κειμένου του Αρκαμάνικο. Προσέφυγα επίσης σε σημειώσεις. Αυτές αφορούν είτε διευκρινίσεις επί των περιληπτικών σημείων της δικής μου καταγραφής, είτε γενικού χαρακτήρα επεξηγήσεις του κειμένου του Αρκαμάνικο για τον μη εξειδικευμένο ανάγνωστη.

Όλα αυτά ολοκληρώθηκαν ως έργο σε πολλές και διαφορετικές χώρες και σε ακόμη περισσότερες πόλεις: Σουδάν, Αίγυπτος, Ελλάδα, Τουρκία, Ρωσσία και Ερυθραία (Χαρτούμ, Μερόη /Μπαγκραουΐγιε, Άτμπαρα, Πτολεμαΐς Θηρών / Σαουάκιν, Νάπατα / Καρίμα, Ντόνκολα, Ασουάν, Λούξορ, Κάϊρο, Αθήνα, Ιστάνμπουλ, Λένινγκραντ / Πετρούπολη, Ασμάρα, Μασάουα). Όπου και αν ταξίδευα, έπαιρνα μαζί μου το πακέτο των πρώτων σημειώσεων και το συνεχιζόμενο καθαρογράψιμο (δεύτερη γαλλική καταγραφή). Εννοείται ότι αυτή η διαδικασία πήρε περίπου δύο χρόνια διότι απασχολούμην παράλληλα με πολλά άλλα θέματα.

Αφού είχα ολοκληρώσει την δεύτερη τελική καταγραφή της γαλλικής μετάφρασης, αποφάσισα να έλθω σε επικοινωνία με γαλλικούς εκδοτικούς οίκους και να συζητήσω με Γάλλους εκδότες τη δυνατότητα δημοσίευσης της γαλλικής μετάφρασης έστω με δικά μου έξοδα. Όλοι όσους συνάντησα, αφού τους περιέγραψα το κείμενο σε μέσες άκρες, είτε μου ζήτησαν κάποιο τμήμα από το αιγυπτιακό πρωτότυπο (τουλάχιστον σε φωτογραφία), είτε ήθελαν να διαβάσουν εκτεταμένα αποσπάσματα της μετάφρασής μου. Σε τελική έκβαση, ο ένας μετά τον άλλον απάντησαν όλοι αρνητικά.

Σκέφθηκα λοιπόν να εγκαταλείψω την ιδέα μιας γαλλικής έκδοσης και ήλπισα ότι θα μπορούσα να βρω πιο εύκολα εκδότες μιας ελληνικής μετάφρασης. Έτσι, αποφάσισα να μεταφράσω και την γαλλική μετάφραση στα ελληνικά. Αυτή ήταν μια ακόμη πιο δύσκολη επιχείρηση, επειδή κατά την μετάφραση δεν είχα πλέον μπροστά μου το αρχαίο αιγυπτιακό κείμενο αλλά τη γαλλική μετάφρασή του. Και θα έπρεπε να το αποδώσω σε ελληνικά εις τρόπον ώστε τίποτα από το χαμένο πρότυπο να μη χαθεί. Στην γαλλική μετάφραση δεν είχα προλάβει να γράψω κανένα Πρόλογο, όμως στην παρούσα περίσταση αποφάσισα να ξεκινήσω από αυτό το εισαγωγικό κείμενο και να αφηγηθώ συνοπτικά αλλά και ολοκληωμένα όλα όσα συνέβησαν στις διαδοχικές φάσεις αυτής της απίθανης ιστορίας συμπτώσεων και αντιξοοτήτων.

Αρχίζω λοιπόν τώρα την μεγάλη αυτή προσπάθεια της δεύτερης μετάφρασης – καταγραφής, χωρίς να μπορώ να πω ακριβώς ότι γνωρίζω αν η έκβαση της υπόθεσης θα είναι αίσια, ή όχι. Ελπίζω να αποπερατώσω αυτό το εγχείρημα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα σε σχέση με τον χρόνο ο οποίος απαιτήθηκε για την δεύτερη γαλλική καταγραφή.

Αδυνατώ να διαβεβαιώσω ότι, όταν τελειώσω, όλα θα είναι το ίδιο φυσιολογικά, όπως τουλάχιστον τώρα φαίνονται να είναι, είτε όσα αφορούν τον κόσμο, είτε όσα σχετίζονται με μένα. Αντίθετα μάλιστα, έχω την έντονη διαίσθηση ότι, πριν εκδώσω αυτό το έργο, όλα θα έχουν αλλάξει. Ίσως όχι τελείως και ολοσχερώς, πάντως όμως καθοριστικώς και ανεπιστρεπτί. Ίσως εκτεθώ σε ακόμη περισσότερες δοκιμασίες λόγω της εγγενούς διαστροφής όσων θέλουν να μην ακουσθεί η φωνή του μόνου Αφρικανού φίλου και μαθητή του Ιησού.

Ελπίζω μόνον ότι Μόνος ο Άκριτος θα κρίνει τους στόχους και τις διαθέσεις μου και ότι θα δείξει μία ακόμη φορά επιείκεια στις ατέλειες, στις παραλείψεις, στα λάθη, και στα παραπτώματα μου. Έτσι, εύχομαι να φέρω εις πέρας και αυτό το καθήκον, το οποίο έχει προξενήσει σε μένα ασύλληπτο άγχος και ακατανόητη αγωνία, απερίγραπτο πάθος και απίστευτη ανησυχία. Και αυτό το καθήκον βρίσκεται σε συνάρτηση με ένα άλλο, του οποίου η έκβαση απασχολεί πολλούς. Η αντιστοιχία ανάμεσα στα δύο αυτά καθήκοντα υπήρξε άλλωστε ο άξονας της ζωής μου.

Ίσως η μεγαλύτερη ώθηση στην εργασία μου αυτή να μου δόθηκε από τον ίδιο τον Αρκαμάνικο. Ποιος ξέρει πόσο απασχολήθηκε μαζί μου και πόσο καλά γνώρισε κάποιες φάσεις της ζωής μου; Ποιος δεν ξέρει πόσες πολλές συνδυασμένες συμπτώσεις απαιτήθηκαν ώστε να οδηγηθούν τα πράγματα μέχρι του σημείου, όπου εγώ τώρα αρχίζω να μεταφράζω στα ελληνικά την γαλλική μετάφραση και τις περιληπτικές σημειώσεις μου;

Ποιος θα επαναφέρει και με τέτοια σειρά και τάξη τόσες γενεές αιγυπτιολόγων να γράφουν, να μεταφράζουν, να αναλύουν, να συνθέτουν, να διδάσκουν και να λανθάνουν;

Ποιος θα ετοιμάσει και πάλι ένα επιστημονικό υπόστρωμα, αληθές και ψευδές ταυτόχρονα, όπως αυτοί διεμόρφωσαν;

Ποιος θα επανασυνενώσει τόσες, διαφορετικές, βορειομεσοποταμικές και ανατολιακές ρίζες, όπως είναι αυτές της οικογένειας μου;

Ποιος θα συλλέξει εκνέου τα ερεθίσματα, που με ώθησαν στα ενδιαφέροντα και στις σπουδές μου, στις αναζητήσεις και στις έρευνες μου;

Ποιος θα οδηγήσει και πάλι τα βήματά μου με τέτοια τάξη, σειρά, και ασφάλεια σε τόσα και τόσο διαφορετικά μέρη ανά τον κόσμο έως την στιγμή κατά την οποία άγγιξα και εδιάβασα, κατανόησα, κατέγραψα και μετέφρασα τα χειρόγραφα αυτά;

Ποιος θα τοποθετήσει εκ νέου και με τέτοια τάξη τόσες ιδέες, γνώσεις, αντιλήψεις και ερμηνείες στο μυαλό μου, ώστε αυτό να φθάσει στο σημείο της απόλυτης ισορροπίας μεταξύ ενός ανατολιστή, ο οποίος απορρίπτει το σημερινό, επίσημο, δυτικό ακαδημαϊκό κατεστημένο ανατολιστών, και ενός μουσουλμάνου, ο οποίος απορρίπτει το σημερινό, επίσημο, μουσουλμανικό κατεστημένο θεολόγων, αλλά είναι ικανός να διακρίνει μία ταυτότητα αρχής (και βεβαίως όχι ύπαρξης) μεταξύ Ρα και Αλλάχ;

Πότε θα ξαναγίνουν όλα αυτά; η απάντηση είναι απλή και σύντομη: Ποτέ!

Για αυτό τώρα λοιπόν κυριαρχεί στο μυαλό μου η αίσθηση ότι η ώρα είναι τώρα. Σε μένα αυτή η αίσθηση υπήρχε από παλιά. Ως λάθος και ως έλλειψη τεκμηρίων. Και επειδή τώρα ακριβώς διαθέτω όσα τεκμήρια επιθυμούσα να ανεύρω, τώρα πια είμαι σίγουρος ότι αυτή την φορά δεν κάνω λάθος. Ίσως τα τελευταία μου λόγια να είναι η κατάληξη όλων των δισταγμών μου και η κατάσβεση των τελευταίων ανησυχιών μου. Ίσως όμως και να είναι η αρχή νέων δοκιμασιών και περιπετειών.

Τώρα πλέον ο λόγος ανήκει στον Αρκαμάνικο και σ’ εκείνο το άτομο το οποίο ευρήκε τα Μυστικά Χειρόγραφα του Μεγάλου Ορόμο Κουσίτη Φίλου του Ιησού. Το άτομο εκείνο ήταν ο Κοσμάς Μεγαλομμάτης, ένα άτομο το οποίο δεν υπάρχει πια, εφόσον ολοκλήρωσε τον ρόλο του. Το άτομο εκείνο είμαι όντως εγώ, ο Μουχάμαντ Σαμσαντίν Μεγαλομμάτης.

Ευχαριστίες

Ο Αρκαμάνικο δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί χωρίς την βοήθεια πολλών ανθρώπων και χωρίς την συμπαράστασή τους σ’ αυτό το δύσκολο έργο. Πολλοί φίλοι με βοήθησαν και μάλιστα εξ αποστάσεως και με πολλούς τρόπους, ενόσω ήμουν στην Αίγυπτο, και ιδιαίτερα στις Θήβες, κατά τη συγγραφή του Αρκαμάνικο: οι θείες μου Α. Κ. και Α. Ψ. από την Αθήνα, η Μ.-Γ. Β. από την Ύδρα, η Μ. Π. από τον Πειραιά, οι εξάδελφοί μου Κ. Μ., Δ. Κ., Δ. Α. από την Αθήνα, η Ο., ο P. και ο A. από το Παρίσι, ο Α. και η Φ. από τη Νέα Σμύρνη, ο Α. Φ. από το Αιγάλεω, και βεβαίως παρά τις δυσκολίες τους, ο Α. Τ. και η Φ. Τ. από το Παγκράτι. Δεν μπορώ να ξεχάσω τον Ν. Τ. στο Παρίσι, τον κυρ Γιάννη από τον Βύρωνα, τον Χάμντι απο το Αλ Ουκσούρ (ξεναδοχείο Π.), τον Άαμρ από το Ασουάν (ξενοδοχείο X.), τους φίλους από το ξενοδοχείο T. στο Κάϊρο, ούτε – πολύ περισσότερο, τους παλιούς μου φίλους από το Ασουάν, τον Σ., τον Ά., τον Α., και προπάντων τον Α. Α. Ε. Μ. Περισσότερο όμως από οποιονδήποτε άλλον ευχαριστώ τον εξαίρετο φίλο μου Λ. Δ. από την παραλία της Ηλείας για την συνεχή αφοσίωση.

Ένας άνθρωπος, ο οποίος εγνώρισε τον Αρκαμάνικο καλύτερα από όλους πλην εμού, έπεσε θύμα της ίδιας πλεκτάνης η οποία στάθηκε εμπόδιο στον δρόμο μου επί δεκαετίες, επειδή και εκείνος, χωρίς να το καταλαβαίνει, συνέβαλε σ’ αυτήν. Ο Σ. Α. Μ. έφερε ένα βαρύ κρίμα, το οποίο προσποιούμην συνεχώς ότι δεν έβλεπα.  Ήταν συνέχεια δίπλα μου, ιδιαίτερα τον Ιούνιο και τον Ιούλιο 1997, όχι χωρίς συνέπειες για αυτόν, εξαιτίας των εχθρών μου. Όμως στη συνέχεια έπεσε θύμα των φίλων των εχθρών αυτών, καθώς δεν μπόρεσε να φαντασθεί ποτέ του ότι υπάρχει ένα είδος φιλίας που καταλήγει πάντοτε στον Θάνατο – τον πρώτο, όχι τον δεύτερο.

Αυτοί  οι οποίοι εδιάβαζαν τον Αρκαμάνικο συνεχώς, σε όλες τις φάσεις καταγραφής του, ήσαν εκείνοι, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν να με αφήσουν να ολοκληρώσω την συγγρσφή: οι, αόρατοι για τους πλείστους πλην όμως υπαρκτοί, ορατοί σε ορισμένους, αισθητοί πάρα πολύ καλά σε λίγους, κυρίαρχοι τώρα του χώρου του Ναού του Άμμωνα εν Περιφορά στο Αλ Ουκσούρ (Λούξορ). Ενοχλημένοι και από την εκεί παρατεταμένη νυχτερινή παρουσία και (μη αρχαιολογική) εργασία μου, και εξοργισμένοι από διάφορα σημεία του κειμένου του Αρκαμάνικο, έκαναν τα αδύνατα δυνατά, για να με αποτρέψουν, συχνά κατά την ώρα της συγγραφής, από την αποπεράτωση του έργου.

Καθώς οι Ευχαριστίες γράφονται μετά την αποπεράτωση της συγγραφής και του πεντηκοστού κεφαλαίου και της μεγάλης σημείωσης στο τέλος του προλόγου, και πριν από μόνον τον επίλογο, μπορώ να ισχυρισθώ ότι αυτοί απέτυχαν ολοσχερώς και παταγωδώς. Γι’ αυτό και αφιερώνω και σ’ αυτούς τις βαθύτατες ευχαριστίες μου. Χωρίς τη δική τους δραστηριότητα δεν θα τους γνώριζα τόσο καλά, ώστε να συγκρατηθώ μακριά τους. Έχουν βεβαίως από μένα τα πάντα: τον Ιλασμό, την Αγάπη, και την Ωγυγία.